Ποινική Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τους κινδύνους της θέσης (α. 375, 390 Π.Κ., Ν. 1882/1990 κ.λ.π.).

Ποινική Ευθύνη Διαχειριστή ΙΚΕ: Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τους κινδύνους της θέσης (α. 375, 390 Π.Κ., Ν. 1882/1990 κ.λ.π.).

Η Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία (ΙΚΕ) αποτελεί την πιο δημοφιλή εταιρική μορφή στην Ελλάδα, κυρίως λόγω της ευελιξίας της και της προστασίας που προσφέρει η εταιρική περιουσία στους εταίρους. Ωστόσο, η θέση του διαχειριστή ΙΚΕ κρύβει σημαντικούς κινδύνους.

Πολλοί πιστεύουν λανθασμένα ότι η «περιορισμένη ευθύνη» της ΙΚΕ καλύπτει τα πάντα. Στην πραγματικότητα, υπάρχει αυστηρή ποινική ευθύνη του διαχειριστή για μια σειρά από πράξεις ή παραλείψεις κατά τη διάρκεια της θητείας του.

1. Η ψευδαίσθηση της περιορισμένης ευθύνης στην ΙΚΕ

Η βασική αρχή των κεφαλαιουχικών εταιρειών είναι ότι για τα χρέη της εταιρείας ευθύνεται η ίδια η εταιρεία με την περιουσία της, και όχι οι εταίροι με την προσωπική τους περιουσία. Αυτό ισχύει στο αστικό δίκαιο.

Στο Ποινικό Δίκαιο, όμως, η ευθύνη είναι πάντα προσωπική. Αν η εταιρεία διαπράξει ένα αδίκημα (π.χ. φοροδιαφυγή), η ποινική δίωξη δεν στρέφεται κατά της «ΙΚΕ», αλλά κατά του φυσικού προσώπου που ασκεί τη διοίκηση: του διαχειριστή.

2. Τα κυριότερα ποινικά αδικήματα ενός διαχειριστή ΙΚΕ

Ο διαχειριστής μιας ΙΚΕ μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με ποινικά αδικήματα για παραβάσεις που αφορούν τόσο το Δημόσιο όσο και τρίτους (προμηθευτές, εργαζόμενους, εταίρους).

2.1. Χρέη προς το Δημόσιο και τον ΕΦΚΑ

Ο διαχειριστής διώκεται ποινικά για:

Α. Μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο:

Κατά το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 Νόμος 1882/1990,

“1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

 α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.

 β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’, υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.

 Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων.

 Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

 Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.

  2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου:

  α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικοί διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη. Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω.

  β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναιγνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη.

  γ) Για συνεταιρισμούς, στους προέδρους ή γραμματείς ή ταμίες ή διαχειριστές αυτών, σωρευτικά ή μη.

  δ) Για κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές εταιρίες, που ασκούν επιχείρηση, στους εκπροσώπους τους και στα μέλη τους, σωρευτικά ή μη. Για συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες που ασκούν επιχείρηση στους εκπροσώπους τους.

  ε) Για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και για κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς στους διευθυντές ή αντιπρόσωπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλόδα, σωρευτικά ή μη.

  στ) Για νομικά πρόσωπα, εκτός των παραπάνω περιπτώσεων, στους εκπρόσωπους αυτών.

  3. Για το πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, κα8ώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.

Για τα χρέη που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά την απόκτηση της ιδιότητος αυτής από τους ανωτέρω, η ποινική δίωξη ασκείται μετά τρεις (3) μήνες από την απόκτησή της. Για τα πρόσωπα, που δεν υπείχαν ποινική ευθύνη κατά τις διατάξεις του άρθρου που αντικαθίσταται, όσον αφορά τα ήδη ληξιπρόθεσμα χρέη κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, το ποινικόαδίκημα διαπράττεται μόλις συμπληρωθούν τέσσερις (4) μήνες από την έναρξη της ισχύος του.

  4. Για χρέη βεβαιωμένα σε βάρος κληρονομούμενου η ποινική δίωξη των κληρονόμων ασκείται μετά ένα (1) έτος από την παρόδο της προθεσμίας προς αποποίηση της επαχθείσας κληρονομίας ή κληροδοοίας.

 5. α) Σε περίπτωση: αα) υπαγωγής σε ρύθμιση καταβολής χρηματικών οφειλών σύμφωνα με διάταξη νόμου ή με δικαστική απόφαση ή με απόφαση διοικητικού οργάνου ή αβ) αναστολής είσπραξης οφειλών, η ποινική δίωξη αναστέλλεται για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η ρύθμιση ή ισχύει η αναστολή είσπραξης, και σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης το αξιόποινο εξαλείφεται. Για τους ίδιους λόγους αναβάλλεται η εκτέλεση της καταγνωσθείσας ποινής ή διακόπτεται η εκτέλεση αυτής που άρχισε, η οποία εξαλείφεται σε περίπτωση ολοσχερούς εξόφλησης.

 β) Αν οι ληξιπρόθεσμες οφειλές υπαχθούν σε οποιαδήποτε ρύθμιση καταβολής οφειλών σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της περ. α) πριν από την παρέλευση του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και για όσο χρονικό διάστημα ισχύει αυτή, δεν υποβάλλεται αίτηση από τα αρμόδια όργανα της παρ. 1 προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

Αν παρέλθει το χρονικό διάστημα του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 και δεν έχει υποβληθεί αίτηση προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, τα αρμόδια όργανα της παρ. 1 δεν υποβάλλουν την αίτηση προς τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών.

Αν έχει ήδη υποβληθεί αίτηση προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών και δεν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, τα αρμόδια όργανα ενημερώνουν σχετικώς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών, ενώ αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη, τότε αυτή παύει με απόφαση του δικαστηρίου.

 γ) Αν ο οφειλέτης απωλέσει τη ρύθμιση που αναφέρεται στις περ. α) και β), η διοίκηση ενημερώνει αμελλητί τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πρωτοδικών, υποβάλλοντας τον επικαιροποιημένο κατά το καταβληθέν μέρος οφειλών πίνακα χρεών.

 δ) Όσο διαρκεί η ρύθμιση καταβολής των οφειλών της παρούσας παραγράφου ή η αναστολή είσπραξης των οφειλών, αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95) και δεν συμπληρώνεται αυτή πριν από την πάροδο ενός (1) έτους από τη λήξη της αναστολής. Επιπλέον, αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής, που επιβλήθηκε σύμφωνα με το παρόν άρθρο, ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, διακόπτεται.

  6. Την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι από οποιαδήποτε αιτία συνυπόχρεοι καταβολής και οι εγγυητές χρεών κατά το ανωτέρω. Κατά των εγγυητών και των συνυπόχρεων καταβολής χρεών προς το Δημόσιο λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύεικατά των πρωτοφειλετών, χωρίς να απαιτείται βεβαίωση του χρέους σε βάρος τους.

7. Η υποβολή αίτησης ποινικής δίωξης αναστέλλει την παραγραφή του χρέους για το οποίο υποβλήθηκε μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση. Ο χρόνος παραγραφής του χρέους δεν συμπληρώνεται πριν την πάροδο ενός έτους από τη λήξη της αναστολής.

8. Μάρτυρας παρίσταται ο κατά την ημερομηνία της δικασίμου προϊστάμενος της αρμόδιας δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας ή τελωνείου ή υπάλληλος που υπηρετεί στην ίδια ή αντίστοιχη υπηρεσία.

Η εμφάνιση του μάρτυρα στο ακροατήριο δεν είναι υποχρεωτική, εφόσον έχει λάβει χώρα έγγραφη ενημέρωση του αρμόδιου εισαγγελέα ή του δικαστηρίου εκ μέρους της Δ.Ο.Υ. σχετικά με τη διαδικαστική εξέλιξη της οφειλής, τρεις τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο.

 9. Προκειμένου περί χρεών της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ήδη ληξιπρόθεσμων κατά την έναρξη ισχύος της παρούσης παραγράφου, τα ποινικά αδικήματα των περιπτώσεων α`, β`, γ` και δ` της παραγράφου αυτής, τελούνται με τη συνέχιση της μη καταβολής τους μετά την πάροδο τεσσάρων (4) μηνών από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου.

Β.Μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών (ΕΦΚΑ):

Κατά το άρθρο 1 του Α.Ν 86/1967,

1. `Οστις υπέχων νόμιμον  υποχρέωσιν  καταβολής  των  βαρυνουσώναυτόν  τον  ίδιον  ασφαλιστικών εισφορών (εργοδοτικών), ασχέτως ποσού, προς  τους  εις  το  Υπουργείον  Εργασίας  υπαγομένους  πάσης   φύσεωςΟργανισμούς  Κοινωνικής  Πολιτικής  ή Κοινωνικής Ασφαλίσεως ή ειδικούςΛογαριασμούς,  δεν  καταβάλλει  ταύτας  εντός  μηνός,  αφ`  ής   αύταικατέστησαν  απαιτηταί, προς  τους  ως  άνω  Οργανισμούς τιμωρείται δια φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής  ποινής  τουλάχιστον10 χιλιάδων δραχμών.

2.    `Οστις  παρακρατών  ασφαλιστικάς  εισφοράς  των  παρ`  αυτώ εργαζομένων επισκοπώ  αποδόσεως  εις  τους  κατά  την  παράγραφον  1Οργανισμούς  δεν  καταβάλλει  ή  δεν αποδίδει ταύτας προς τους ανωτέρωΟργανισμούς εντός μηνός αφ` ης  κατέστησαν  απαιτηταί  τιμωρείται  επίυπ` εξαιρέσει δια  φυλακίσεως τουλάχιστον 6 μηνών και χρηματικήςποινής τουλάχιστον 10 χιλιάδων δραχμών.

Επίσης, με το άρθρο 33 Ν.3346/2005,ΦΕΚ Α 140,όπως αυτό αντικαταστάθηκεμε το άρθρο 30 Ν.3904/2010,(ΦΕΚ Α 218/23.12.2010),ορίζεται ότι:

“1. Για την εφαρμογή της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, που βαρύνουν τον υπόχρεο (εργοδοτικών), να υπερβαίνει το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ.

 “2. Για την εφαρμογή της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 απαιτείται το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων που παρακρατούνται να υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.”.

Επιπλέον, κατά το άρθρο 8 Ν. 4997/2022, (ΦΕΚ Α 219/25.11.2022):

1. Σε όλες τις περιπτώσεις ρύθμισης οφειλών προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης, ανεξαρτήτως του ειδικότερου νομοθετικού πλαισίου που τις διέπει, επέρχονται οι παρακάτω συνέπειες, ως προς την ποινική μεταχείριση του οφειλέτη με την υπαγωγή στη ρύθμιση και εφόσον τηρούνται οι όροι της:

α) παραγράφεται το αξιόποινο, παύει η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967 (Α’ 136), και η σχετική δικογραφία τίθεται στο αρχείο με πράξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών.

Για την τυχόν απώλεια της ρύθμισης, ο φορέας κοινωνικής ασφάλισης υποχρεούται να ενημερώσει αμελλητί, με σχετική βεβαίωση του χρόνου απώλειας της ρύθμισης και του υπολειπόμενου οφειλόμενου χρέους, τον αρμόδιο Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών, ο οποίος με πράξη του ανασύρει τη δικογραφία από το αρχείο και συνεχίζει την ποινική διαδικασία.

Ο διανυθείς χρόνος από την παύση της ποινικής διαδικασίας μέχρι τον χρόνο απώλειας της ρύθμισης, δεν υπολογίζεται στον χρόνο παραγραφής της πράξης, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα (ν. 4619/2019, Α’ 95), περί αναστολής της παραγραφής. Σε περίπτωση ρύθμισης από οφειλέτη, που έχει απωλέσει ρύθμιση στο παρελθόν, για την ίδια οφειλή, αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος του οφειλέτη, κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, και αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρθρου 113 του Ποινικού Κώδικα, και

β) αναστέλλεται η εκτέλεση ποινής που έχει επιβληθεί ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακόπτεται.

2. Η παρ. 1 δεν ισχύει σε περιπτώσεις οφειλών προς το Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (Τ.Ε.Κ.Α.).”

2.2. Φοροδιαφυγή – Πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία

Κατά το άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 ΝΟΜΟΣ 4174/2013 ,

1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση:

  α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων (ΕΝΦΙΑ) ή ειδικού φόρου ακινήτων (ΕΦΑ), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη,

β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων, τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς, καθώς και όποιος παραπλανά τη Φορολογική Διοίκηση με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή με την αθέμιτη παρασιώπηση ή απόκρυψη αληθινών γεγονότων και δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς ή λαμβάνει επιστροφή, καθώς και όποιος διακρατεί τέτοιους φόρους, τέλη ή εισφορές,

γ) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου πλοίων δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς στο Δημόσιο το φόρο αυτόν.

2. Παρακρατούμενοι φόροι, τέλη και εισφορές είναι εκείνοι που ρητά ορίζονται σε επί μέρους διατάξεις ότι παρακρατούνται και τελικά αποδίδονται στο Δημόσιο ή άλλο φορέα από πρόσωπο διάφορο του πραγματικού φορολογούμενου.

3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στη παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας ή ββ) τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, τέλους ή εισφοράς σε κάθε άλλη περίπτωση.

4. Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες(100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας, ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.

5. Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών, εκτός και αν τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.

Ειδικά, όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και β) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες (200.000) ευρώ.

Για την κάλυψη των παραπάνω ορίων δεν υπολογίζονται φορολογικά στοιχεία που χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη κάποιας από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως 4, οπότε ο δράστης τιμωρείται μόνο για την τελευταία ως αυτουργός ή συμμέτοχος.

Θεωρείται ως πλαστό και το φορολογικό στοιχείο που έχει διατρηθεί ή σφραγιστεί με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς να έχει καταχωριστεί στα οικεία βιβλία της αρμόδιας φορολογικής αρχής σχετική πράξη θεώρησής του και εφόσον η μη καταχώριση τελεί σε γνώση του υπόχρεου για τη θεώρηση του φορολογικού στοιχείου.

Θεωρείται επίσης ως πλαστό το φορολογικό στοιχείο και όταν το περιεχόμενο και τα λοιπά στοιχεία του πρωτότυπου ή αντίτυπου αυτού είναι διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στέλεχος του ίδιου στοιχείου.

Εικονικό είναι το φορολογικό στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή στην οποία το ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη που αναγράφονται στο στοιχείο είναι άγνωστο φορολογικώς πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στη Φορολογική Διοίκηση.

Εικονικό είναι επίσης το στοιχείο που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη οποιασδήποτε μορφής επιχείρηση ή νομική οντότητα ή από φυσικό πρόσωπο για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι παντελώς αμέτοχο με τη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.

Τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία συναλλαγής κατώτερη της πραγματικής θεωρούνται πάντοτε για τους σκοπούς του παρόντος νόμου ως ανακριβή, ενώ τα φορολογικά στοιχεία στα οποία αναγράφεται αξία μεγαλύτερη της πραγματικής θεωρούνται ως εικονικά κατά το μέρος της μεγαλύτερης αυτής αξίας.

Δεν είναι εικονικό για τον λήπτη το φορολογικό στοιχείο το οποίο αφορά πραγματική συναλλαγή, αν το πρόσωπο του εκδότη είναι διαφορετικό από αυτό που αναγράφεται στο στοιχείο.

 Δεν είναι εικονικό το φορολογικό στοιχείο που εξέδωσε ή έλαβε η κοινωνία κληρονόμων ή ο κληρονόμος ή σύζυγος ή τέκνο αποβιώσαντος ή συνταξιοδοτηθέντος συζύγου ή γονέα, το οποίο φέρεται ότι εκδόθηκε ή λήφθηκε από τον αποβιώσαντα ή συνταξιοδοτηθέντα επιτηδευματία, εφόσον αφορά πραγματική συναλλαγή και πριν από κάθε είδους φορολογικό έλεγχο, έχει καταχωρηθεί στα βιβλία τόσο του λαμβάνοντα όσο και του εκδώσαντα το στοιχείο, η αξία αυτού έχει συμπεριληφθεί στις οικείες δηλώσεις ΦΠΑ και φορολογίας εισοδήματος και έχει γίνει η απόδοση των φόρων που προκύπτουν από το στοιχείο αυτό.

 6. Για την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται ιδίως υπόψη το ύψος του ποσού που αποκρύφτηκε ή δεν αποδόθηκε και η διάρκεια της απόκρυψης ή μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης ή διακράτησης. Η μεταχείριση από τον δράστη ιδιαιτέρων τεχνασμάτων συνιστά επιβαρυντική περίσταση.

2.3. Αδικήματα κατά της περιουσίας της ίδιας της ΙΚΕ

Ο διαχειριστής έχει καθήκον επιμέλειας. Αν διαχειριστεί την περιουσία της εταιρείας με τρόπο που ζημιώνει την ΙΚΕ προς ίδιον όφελος, μπορεί να κατηγορηθεί για:

Απιστία:

Κατά το άρθρο 390 ΠΚ,

1. Όποιος κατά παράβαση των κανόνων επιμελούς διαχείρισης προκαλεί εν γνώσει βέβαιη ζημία στην περιουσία άλλου, της οποίας βάσει νόμου ή δικαιοπραξίας έχει την επιμέλεια ή διαχείριση (ολική ή μερική ή μόνο για ορισμένη πράξη), τιμωρείται με φυλάκιση και αν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

2. Αν η απιστία στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά των ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.

Υπεξαίρεση:

Κατά το άρθρο 375 ΠΚ,

1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) μηνών και χρηματική ποινή. Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.

2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παρ. 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη και χρηματική ποινή.

3. Αν η υπεξαίρεση στρέφεται άμεσα κατά του νομικού προσώπου του ελληνικού δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες (1.000) ημερήσιες μονάδες. Η πράξη αυτή παραγράφεται μετά είκοσι (20) έτη.

4. Με το ξένο πράγμα εξομοιώνεται και: α) το τίμημα που έλαβε ο υπαίτιος για κινητό πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να το πουλήσει, καθώς και β) το κινητό πράγμα που απέκτησε ο υπαίτιος με χρήματα ή με άλλο πράγμα που του είχαν εμπιστευθεί για να αγοράσει ή να ανταλλάξει αντίστοιχα το πράγμα που απέκτησε.

2.4. Έκδοση ακάλυπτων επιταγών

Αν ο διαχειριστής υπογράψει επιταγή στο όνομα της ΙΚΕ και αυτή δεν πληρωθεί λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων στην τράπεζα, ο ίδιος διώκεται προσωπικά για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής.

Κατά το άρθρο 79 του Ν. 5960/1933,

1. Ο εκδίδων  επιταγήν  μη πληρωθείσαν  επί πληρωτού παρ` ω δεν έχει αντίστοιχα  διαθέσιμα  κεφάλαια κατά τον χρόνον της εκδόσεως της επιταγήςή της πληρωμής ταύτης, τιμωρείται διά φυλακίσεως τουλάχιστον τριών μηνών και χρηματικής ποινής τουλάχιστον δέκα χιλιάδων δραχμών.

 2. Επιβάλλεται  φυλάκισις τουλάχιστον  ενός έτους: α) εάν ο υπαίτιοςμετέρχηται την εν παρ.1 πράξιν  κατ` επάγγελμα  ή κατά συνήθεια ή β)εάν αι περιστάσεις  υφ` άς ετελέσθη  η πράξις μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαιτέρως επικίνδυνος. Εις τας περιπτώσεις ταύταςτο δικαστήριον, διά της αυτής αποφάσεως, διατάσσει την διά του τύπου δημοσίευσιν,επιμελεία του  εισαγγελέως, περιλήψεως της καταδικαστικής  αποφάσεως, της σχετικής δαπάνης περιλαμβανομένης εις τα, κατά το άρθρ.581 του Κώδ. Ποιν. Δικονομίας, έξοδα.

 3.Το αξιόποινο της πράξης της παρ.1 εξαλείφεται αν ο υπαίτιος αποζημίωσε πλήρως  τον κομιστή μετά τη νόμιμη εμφάνιση και μη πληρωμή της επιταγής.

 4. Η εισαγωγή  εις το ακροατήριον  των κατά  τας διατάξεις του παρόντος διωκομένων πράξεων γίνεται δι` απευθείας  κλήσεως και άνευ προανακρίσεως.

5. Η ποινική δίωξη ασκείται με έγκληση του κομιστή της επιταγής που δεν πληρώθηκε ή του εξ αναγωγής υποχρέου ο οποίος την εξόφλησε και έγινε κομιστής της. Ο εξ αναγωγής υπόχρεος ο οποίος εξόφλησε την επιταγή δικαιούται να λάβει αποζημίωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τις αδικοπραξίες (άρθρο 914 επ.).

3. Ευθύνεται ο “αχυράνθρωπος” ή ο πραγματικός διαχειριστής;

Συχνό φαινόμενο στην ελληνική αγορά είναι ο ορισμός ενός τρίτου προσώπου ως τυπικού διαχειριστή στα χαρτιά (π.χ. ενός συγγενή ή υπαλλήλου), ενώ την πραγματική διοίκηση ασκεί άλλος (ο λεγόμενος “σκιώδης” ή “πραγματικός” διαχειριστής).

3.1. Η ευθύνη του νόμιμου (φανερού) διαχειριστή

Ο νόμος είναι σαφής: Ο διαχειριστής που είναι δηλωμένος στο ΓΕΜΗ φέρει την πλήρη ποινική ευθύνη. Η δικαιολογία “δεν ήξερα, απλώς έβαλα μια υπογραφή” σπάνια γίνεται δεκτή από τα ποινικά δικαστήρια, καθώς ο διαχειριστής έχει εκ του νόμου υποχρέωση να εποπτεύει την εταιρεία.

Κατά άρθρο 67 Ν. 4072/2012,

1. Ο διαχειριστής ευθύνεται έναντι της εταιρείας για παραβάσεις του παρόντος νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων των εταίρων, καθώς και για κάθε διαχειριστικό πταίσμα. Η ευθύνη αυτή δεν υφίσταται προκειμένου για πράξεις ή παραλείψεις που στηρίζονται σε σύννομη απόφαση των εταίρων ή που αφορούν εύλογη επιχειρηματική απόφαση, η οποία ελήφθη με καλή πίστη, με βάση επαρκείς πληροφορίες και αποκλειστικά προς εξυπηρέτηση του εταιρικού συμφέροντος. Αν περισσότεροι διαχειριστές ενήργησαν από κοινού, ευθύνονται εις ολόκληρο.

 2. Με απόφαση των εταίρων μπορεί να απαλλάσσεται ο διαχειριστής μετά την έγκριση των ετήσιων οικονομικών καταστάσεων μόνο για τα διαχειριστικά πταίσματα, εκτός αν οι εταίροι παρέχουν ομόφωνα γενική απαλλαγή.

 3. Η αξίωση της εταιρείας παραγράφεται μετά τριετία από την τέλεση της πράξης.

 4. Την αγωγή της εταιρείας για αποζημίωση ασκεί και οποιοσδήποτε εταίρος ή διαχειριστής της εταιρείας. Με απόφαση των εταίρων μπορεί να ορίζεται ειδικός εκπρόσωπος της εταιρείας για τη διεξαγωγή της δίκης.

3.2. Η ευθύνη του πραγματικού διαχειριστή

Αυτό δεν σημαίνει ότι ο πραγματικός διαχειριστής ξεφεύγει. Αν αποδειχθεί από την ακροαματική διαδικασία ότι ένα άλλο πρόσωπο κινούσε τα νήματα, ο πραγματικός διαχειριστής μπορεί να καταδικαστεί ως ηθικός αυτουργός στις πράξεις του τυπικού διαχειριστή, αντιμετωπίζοντας την ίδια ακριβώς ποινή.

4. Πώς μπορεί να προστατευτεί ο διαχειριστής ΙΚΕ;

Η άσκηση διοίκησης απαιτεί στρατηγική και νομική θωράκιση. Ορισμένα βασικά βήματα προστασίας είναι:

1.            Τακτικός έλεγχος των λογιστικών: Ο διαχειριστής πρέπει να έχει άμεση εικόνα για την απόδοση ΦΠΑ, φόρων και εισφορών.

2.            Απαλλαγή κατά την ετήσια Γενική Συνέλευση: Η έγκριση της διαχείρισης από τους εταίρους μειώνει την αστική ευθύνη.

3.            Παραίτηση σε περίπτωση αδυναμίας ελέγχου: Αν ο διαχειριστής διαπιστώσει ότι οι εταίροι προβαίνουν σε παράνομες ενέργειες εν απουσία του, πρέπει να υποβάλει άμεσα την παραίτησή του και να την καταχωρίσει στο ΓΕΜΗ.

Μπορεί να με αναλάβει το TPV LAW στην σχετική ποινική μου υπόθεση;

Η διαχείριση μιας ΙΚΕ δεν είναι μια απλή διαδικασία, αλλά μια θέση με σοβαρές νομικές προεκτάσεις. Η έγκαιρη συμβουλή από έναν εξειδικευμένο δικηγόρο με εμπειρία στο Εταιρικό και Ποινικό Δίκαιο είναι ο μόνος τρόπος για να διοικείτε με ασφάλεια και να προστατεύσετε την ελευθερία και το μέλλον σας.

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

δικηγορικό γραφείο tpv law-ποινικό δίκαιο

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Related Posts

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.