Αθωωτική απόφαση για φοροδιαφυγή και μη απόδοση ΦΠΑ

Απόφαση

Σχετικά με την υπόθεση

Από τις διατάξεις του νόμου για την φοροδιαφυγή και τα εικονικά τιμολόγια καταφαίνεται ότι φοροδιαφυγή ως έγκλημα, μπορεί να τελεστεί με δύο τρόπους, είτε με την "παράλειψη υποβολής δήλωσης", είτε με την "υποβολή ανακριβούς δήλωσης". Επομένως, πρόκειται για ένα έγκλημα σωρευτικά μικτό, στην αντικειμενική υπόσταση του οποίου τυποποιούνται δύο τρόποι τέλεσης, μία παράλειψη (η μη υποβολή φορολογικής δήλωσης) και μία θετική ενέργεια (η υποβολή ανακριβούς δήλωσης). Με τις διατάξεις αυτές περιγράφεται με σαφήνεια η αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φοροδιαφυγής, που τελείται με τη μορφή της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του ΦΠΑ, λοιπών φόρων, τελών κλπ. Ειδικότερα, περιγράφεται η υποκειμενική υπόσταση του σχετικού εγκλήματος, κατά την οποία (μεταξύ άλλων) η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ, στοιχειοθετείται μόνον αν ο φορολογούμενος ενήργησε με σκοπό ("προκειμένου") να αποφύγει την πληρωμή ΦΠΑ ή να πληρώσει λιγότερο ΦΠΑ. Πρόκειται για έγκλημα σκοπού και ο υπαίτιος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (παρ.2 του άρθρου 27 του ΠΚ), δηλαδή πρέπει αυτός, με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του ΦΠΑ στο Δημόσιο, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας ότι ενεργεί για να αποφύγει και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ΦΠΑ. Αν ο υπαίτιος δεν έχει τέτοιο εγκληματικό σκοπό, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση και δεν στοιχειοθετείται το ως άνω έγκλημα. Ακόμη, κατά τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1β του ν 2523/1997 (και την όμοιου περιεχομένου διάταξη του άρθρου 67 παρ.1β του ν. 4174/2013), στις εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, ως αυτουργοί για την φοροδιαφυγή θεωρούνται οι ομόρρυθμοι εταίροι ή διαχειριστές αυτών. Η μη απόδοση ή ανακριβής απόδοση στο Δημόσιο του ΦΠΑ, στοιχειοθετείται μόνον αν ο φορολογούμενος ενήργησε με σκοπό ("προκειμένου") να αποφύγει την πληρωμή ΦΠΑ ή να πληρώσει λιγότερο ΦΠΑ. Πρόκειται για έγκλημα σκοπού και ο υπαίτιος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο, δηλαδή πρέπει αυτός, με την πράξη της μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης του ΦΠΑ στο Δημόσιο, να αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα, γνωρίζοντας ότι ενεργεί για να αποφύγει και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του οφειλόμενου ΦΠΑ. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 18 του ν. 2523/1997.

Νομικό Πλαίσιο

Κατά τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 1 του ν. 2523/1997, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 3 παρ. 2δ και 2ε του ν. 3943/2011, αδίκημα μη απόδοσης ή ανακριβούς απόδοσης στο Δημόσιο του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών και των παρακρατουμένων και επιρριπτομένων φόρων, τελών ή εισφορών, διαπράττει ο φορολογούμενος ο οποίος προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή αυτών, δεν απέδωσε ή απέδωσε ανακριβώς τους άνω φόρους, τέλη ή εισφορές, ή συμψήφισε ή εξαπατώντας την φορολογική αρχή έλαβε επιστροφή φόρου προστιθέμενης αξίας και τιμωρείται με: α) φυλάκιση, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς, ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή επιστράφηκε ή δεν αποδόθηκε, ανέρχεται σε ετήσια βάση έως το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, β) φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς ή το ποσό του ΦΠΑ που συμψηφίσθηκε ή δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς, ανέρχεται σε ετήσια βάση, από το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) μέχρι το ποσό των εβδομήντα πέντε χιλιάδων (75.000) ευρώ και γ) με κάθειρξη εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει σε ετήσια βάση το ποσό των εβδομήντα πέντε (75.000) ευρώ. 

Ακολούθως, με το άρθρο 71 του ν. 4174/2013 καταργήθηκαν τα άρθρα 17, 18, 19, 20 και 21 του ν. 2523/1997 και στη συνέχεια στον ν. 4174/2013 προστέθηκε με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 νέο Κεφάλαιο Δωδέκατο με τον τίτλο “Εγκλήματα φοροδιαφυγής – ποινικές κυρώσεις”, όπου στο άρθρο 66 παρ. 1 περ. β’, 3 περ. β’ υποπερ. αα’ και 4 ορίζεται ότι “1. Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος β) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή του φόρου προστιθέμενης αξίας, του φόρου κύκλου εργασιών, του φόρου ασφαλίστρων και των παρακρατούμενων και επιρριπτόμενων φόρων τελών ή εισφορών, δεν αποδίδει ή αποδίδει ανακριβώς ή συμψηφίζει ή εκπίπτει ανακριβώς αυτούς…3. Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών: α)…ή β) αν το προς απόδοση ποσό του κύριου φόρου, τέλους ή εισφοράς που δεν αποδόθηκε ή αποδόθηκε ανακριβώς ή επεστράφη ή συμψηφίστηκε ή εξέπεσε ή διακρατείται υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος: αα) τις πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας…4) Επιβάλλεται κάθειρξη αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της προηγούμενης παραγράφου, υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά φόρο προστιθέμενης αξίας…”

Από την αντιπαραβολή των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι με τις διατάξεις του ν. 4337/2015 εισάγονται μεν γενικά ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο ρυθμίσεις, σε κάθε όμως περίπτωση, δηλαδή, είτε υπό το καθεστώς του τελευταίου νόμου (ν.4337/2015), είτε αυτό του προϊσχύσαντος νόμου (2523/1997), εφόσον ο φόρος προστιθέμενης αξίας που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει ανά φορολογικό έτος το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, η συγκεκριμένη παράβαση τιμωρείται με την ποινή της κάθειρξης (ΑΠ 881/2020). 

Σημειώνεται ότι, και κατά τον ισχύοντα από 4-11-2022 νέο Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4987/2022), εφόσον ο φόρος προστιθέμενης αξίας που δεν αποδόθηκε υπερβαίνει ανά φορολογικό έτος το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, η συγκεκριμένη παράβαση τιμωρείται με την ποινή της κάθειρξης, σύμφωνα με το άρθρο 66 παρ.1β και 3β υποπ. αα και 4 αυτού (του ν. 4987/2022) και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής διαχρονικού δικαίου προκειμένου για κακουργηματική πράξη φοροδιαφυγής περί τον ΦΠΑ.

Στο άρθρο 72 παρ.1 του νέου κώδικα φορολογίας εισοδήματος (ν. 4172/2013) ορίζεται ρητώς ότι οι διατάξεις αυτού ισχύουν για τα εισοδήματα που αποκτώνται και τις δαπάνες που πραγματοποιούνται, κατά περίπτωση, στα φορολογικά έτη που αρχίζουν από την 1η Ιανουάριου 2014 και μετά. Επιπρόσθετα στην παράγραφο 25 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι “Από την έναρξη ισχύος του ν. 4172/2013 παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του ν. 2238/1994, συμπεριλαμβανομένων και όλων των κανονιστικών πράξεων και εγκυκλίων που έχουν εκδοθεί κατ’ εξουσιοδότηση αυτού του νόμου”. Ως εκ τούτου, από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο προηγούμενος κώδικας φορολογίας εισοδήματος (ν. 2238/1994) παύει να ισχύει για φορολογικά έτη που αρχίζουν από 1/1/2014 και εφεξής, ενώ για προγενέστερες διαχειριστικές περιόδους (έως 31/12/2013) εξακολουθεί να βρίσκεται σε ισχύ. Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ως άνω νόμου 2859/2000 (Κώδικας ΦΠΑ), επιβάλλεται φόρος κύκλου εργασιών με την ονομασία “φόρος προστιθέμενης αξίας” σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Ο φόρος αυτός επιρρίπτεται από τον κατά νόμο υπόχρεο σε βάρος του αντισυμβαλλομένου, ενώ στο άρθρο 32 παρ. 1β του ως άνω νόμου ορίζεται ότι: “1. Το δικαίωμα έκπτωσης του φόρου μπορεί να ασκηθεί, εφόσον ο υποκείμενος στο φόρο κατέχει: α)… β) νόμιμο τιμολόγιο ή άλλο αποδεικτικό στοιχείο που επέχει θέση τιμολογίου, από τα οποία αποδεικνύονται οι παραδόσεις αγαθών και οι παροχές υπηρεσιών που γίνονται σ’ αυτόν και ο φόρος με τον οποίον επιβαρύνθηκαν…”.

Απόφαση

Αποφάσεις

Επικοινωνήστε Μαζί Μας!

Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.

Τηλέψωνο: +30 213 0313 912

info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00