Ο α.ν. 1846/1951 όριζε στην παράγραφο 7 του άρθρου 27, όπως αυτή ίσχυε μετά από την τροποποίησή της από το άρθρο 44 παρ. 2 του ν.δ/τος 2698/1953 ότι «7. Το δικαίωμα προς είσπραξιν των εισφορών, παραγράφεται μετά δεκαετίαν από της λήξεως του οικονομικού έτους, καθ΄ ο αύται κατέστησαν απαιτηταί. Επί της τοιαύτης παραγραφής, εφαρμόζονται κατ΄ αναλογίαν αι διατάξεις περί βραχυπροθέσμων παραγράφων του Αστικού Κώδικος». Ακολούθως, με την παρ. 8 του άρθρου 2 του ν. 2556/1997 αντικαταστάθηκε εκ νέου η ως άνω παράγραφος 7 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, ως εξής: «7. Οι κάθε είδους χρηματικές απαιτήσεις του Ι.Κ.Α. που προέρχονται από εισφορές, αναλογούντα οίκοθεν πρόσθετα τέλη, προσαυξήσεις, αυτοτελή πρόσθετα τέλη, πρόστιμα ακάλυπτων επιταγών, λοιπά πρόστιμα τόκους, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης, δικαστικά έξοδα κ.λπ., καθώς και των οργανισμών, ταμείων και λογαριασμών, των οποίων αι εισφορές συνεισπράττονται από το Ι.Κ.Α., παραγράφονται μετά δεκαετία.(…). Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή προκειμένου για τις εισφορές, τα οίκοθεν πρόσθετα τέλη τις προσαυξήσεις και τα αυτοτελή πρόσθετα τέλη αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία για δε τα πρόστιμα ακάλυπτων επιταγών, τόκους, δικαστικά έξοδα, έξοδα διοικητικής εκτέλεσης και τα λοιπά πρόστιμα αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους μέσα στο οποίο έγινε η ταμειακή βεβαίωσή τους. 7α. Οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 του άρθρου 87 του ν. 2362/1995, περί αναστολής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου, καθώς και των άρθρων 88 και 89 του ίδιου νόμου, περί διακοπής παραγραφής των απαιτήσεων του Δημοσίου και συνεπειών παραγραφής αυτών αντίστοιχα, εφαρμόζονται ανάλογα και στο Ι.Κ.Α».
Στη συνέχεια, το άρθρο 56 παρ. 2 του ν. 2676/1999 προέβλεψε την αναρίθμηση της έβδομης παραγράφου του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951 σε παράγραφο 6, η οποία, πάντως, αντικαταστάθηκε, εκ νέου, με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001, ως εξής: «Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α., για τη βεβαίωση σε ευρεία έννοια όλων των χρηματικών απαιτήσεών του (…) υπόκειται σε δεκαετή παραγραφή η οποία αρχίζει από την πρώτη ημέρα του επόμενου έτους από εκείνο μέσα στο οποίο παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. (…). Το δικαίωμα του Ι.Κ.Α. προς είσπραξη όλων των χρηματικών απαιτήσεών του (…) παραγράφεται μετά δεκαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε υπό στενή έννοια (ταμειακά). (…). Οι διατάξεις της παρούσας παραγράφου εφαρμόζονται για χρηματικές απαιτήσεις μισθολογικών περιόδων μετά την εφαρμογή του θεσμού της Α.Π.Δ. (Αναλυτική Περιοδική Δήλωση). Για χρηματικές απαιτήσεις μισθολογικών περιόδων πριν την εφαρμογή της Α.Π.Δ., εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 27 του α.ν. 1846/1951, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 2 παράγραφος 8 του ν. 2556/1997 και αναριθμήθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 56 του ν. 2676/1999».
Με το άρθρο 95 παρ. 1 του ν. 4387/2016 ορίσθηκε ότι «Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, οι απαιτήσεις των Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης που εντάσσονται στον Ε.Φ.Κ.Α. από μη καταβληθείσες ασφαλιστικές εισφορές υπόκεινται σε εικοσαετή παραγραφή, που αρχίζει από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία. Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται στις ήδη παραγεγραμμένες, κατά τις ισχύουσες κατά την έναρξης ισχύος του παρόντος διατάξεις, απαιτήσεις. Η παραγραφή των απαιτήσεων που έχουν γεννηθεί έως την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης αλλά δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου, ορίζεται εικοσαετής και άρχεται από την πρώτη μέρα του επόμενου έτους εντός του οποίου παρασχέθηκε η ασφαλιστέα εργασία ή υπηρεσία». Όπως όμως κρίθηκε με την 1833/2021 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 95 του ν. 4387/2016 είναι αντίθετη προς τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ασφάλειας δικαίου, με την οποία θεσπίστηκε ενιαία ρύθμιση για την παραγραφή των αξιώσεων για καταβολή εισφορών των εντασσομένων στον ΕΦΚΑ φορέων, αντίκειται στην αρχή της ασφάλειας δικαίου και στην κατοχυρωμένη στο άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ΄ του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, τόσο ως προς τη μη εύλογη διάρκεια της εικοσαετούς προθεσμίας παραγραφής, όσο και ως προς την εφαρμογή της αναδρομικώς σε απαιτήσεις που είχαν γεννηθεί αλλά δεν είχαν παραγραφεί κατά την έναρξη ισχύος της. Το δε κενό στη ρύθμιση που καταλείπεται πρέπει να πληρωθεί με την εφαρμογή του κανόνα της δεκαετούς παραγραφής των αξιώσεων για την καταβολή εισφορών όλων των εντασσόμενων στον ΕΦΚΑ φορέων, ο οποίος κρίνεται ότι αποτελεί εύλογο χρόνο παραγραφής των εν λόγω αξιώσεων και αποτελούσε το προϊσχύον δίκαιο για τις αξιώσεις καταβολής ασφαλιστικών εισφορών του Ι.ΚΑ.-Ε.Τ.Α.Μ. (άρθρο 27 παρ. 6 του α.ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκε τελικώς από το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 2972/2001).
Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.
Τηλέψωνο: +30 213 0313 912
info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00






