Το εμπορικό σήμα είναι ένα διακριτικό γνώρισμα που χρησιμοποιείται για να ξεχωρίσει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχείρησης από εκείνα των ανταγωνιστών της. Αυτό μπορεί να είναι μια λέξη, ένα όνομα, ένα λογότυπο, ένα σχέδιο, ένας ήχος, ακόμα και ένα χρώμα ή ένας συνδυασμός αυτών. Το σήμα είναι προαιρετικό και επισημαίνει το σύνδεσμο που υπάρχει μεταξύ της επιχείρησης και ενός προϊόντος ή μιας υπηρεσίας, επιτελεί δηλαδή λειτουργία προέλευσης. Η κατοχύρωση του σήματος δίνει στον δικαιούχο το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης του για τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες που έχει κατοχυρώσει, αποτρέποντας έτσι τρίτους από τη χρήση παρόμοιων ή ταυτόσημων σημάτων.
Το νομικό πλαίσιο για τα εμπορικά σήματα στην Ελλάδα διέπεται από τον Νόμο 4679/2020 (“Σήματα, Βιομηχανικά Σχέδια και Υποδείγματα και άλλες διατάξεις” ΦΕΚ). Οι βασικές διατάξεις του νόμου περιλαμβάνουν:
Άρθρο 2: Ορίζει τι μπορεί να αποτελέσει σήμα, συμπεριλαμβανομένων λέξεων, ονομάτων, σχεδίων, αριθμών, ήχων και τρισδιάστατων σχημάτων, εφόσον διαθέτουν διακριτικό χαρακτήρα.
Τα σήματα μπορούν να είναι οπτικές ενδείξεις, ήχοι, τρισδιάστατα αντικείμενα, τίτλοι εφημερίδας ή περιοδικού. Τα σήματα είναι ατομικά, συλλογικά, λεκτικά, ηχητικά, τρισδιάστατα, σήματα προϊόντων και υπηρεσιών, σήματα ασθενή, ισχυρά και φήμης.
Άρθρο 3: Το δικαίωμα στο σήμα αποκτάται με την καταχώρισή του στο μητρώο.
Άρθρο 4: Καθορίζει τους απόλυτους λόγους απαραδέκτου (λόγους για τους οποίους ένα σήμα δεν μπορεί να κατοχυρωθεί), όπως η έλλειψη διακριτικού χαρακτήρα, η παραπλανητικότητα ή η αντίθεση στη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη.
Άρθρο 5: Καθορίζει τους σχετικούς λόγους απαραδέκτου, δηλαδή όταν ένα σήμα είναι ταυτόσημο ή παρόμοιο με προγενέστερο σήμα και υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης για το καταναλωτικό κοινό.
Γενικώς απαράδεκτα ως σήματα θεωρούνται όσα σημεία: – δεν είναι δεκτικά γραφικής απεικόνισης, – δεν έχουν διακριτικό χαρακτήρα, -είναι περιγραφικές ενδείξεις, -αποτελούνται από κοινόχρηστες ενδείξεις, -είναι αντίθετα με τα χρηστά ήθη ή τη δημόσια τάξη, – αποτελούνται από ονόματα ή εικόνες τρίτων προσώπων, – αποτελούνται από κρατικά ή θρησκευτικά σύμβολα, – αποτελούνται από σημεία των οποίων η κατάθεση αντίκειται στην καλή πίστη ή έγινε κακόπιστα, – είναι παραπλανητικά, – είναι ίδια ή παραποιούν ή απομιμούνται προγενέστερα σήματα.
Άρθρο 8: Περιγράφει το περιεχόμενο του δικαιώματος επί του σήματος, τονίζοντας το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης από τον δικαιούχο και την απαγόρευση χρήσης του από τρίτους.
Άρθρο 9: Ορίζει τις ενέργειες που αποτελούν προσβολή του δικαιώματος επί του σήματος.
Άρθρο 12: Απώλεια του δικαιώματος στο σήμα λόγω ανοχής:
Άρθρο 13: Ανάλωση του δικαιώματος στο σήμα:
Το δικαίωμα που παρέχει το σήμα δεν επιτρέπει στον δικαιούχο του να απαγορεύει τη χρήση του σήματος για προϊόντα που έχουν διατεθεί με το σήμα αυτό στο εμπόριο μέσα στον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο από τον ίδιο τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.
Άρθρο 19: Προβλέπει πότε άρχεται η ισχύς των αποτελεσμάτων της κατοχύρωσης του σήματος έναντι των τρίτων.
Συγκεκριμένα, οι δικαιοπραξίες που αφορούν σήμα, στις οποίες αναφέρονται τα άρθρα 16, 17 και η παράγραφος 1 του άρθρου 18, παράγουν αποτελέσματα έναντι τρίτων μόνο μετά την εγγραφή τους στο μητρώο. Κατ’ εξαίρεση, παράγουν αποτελέσματα και πριν από την εγγραφή τους έναντι των προσώπων τα οποία απέκτησαν μεν δικαιώματα επί του σήματος μετά την ημερομηνία της συγκεκριμένης δικαιοπραξίας, ήταν όμως εν γνώσει αυτής κατά την ημερομηνία κτήσης των δικαιωμάτων τους.
Άρθρο 20: Προβλέπει τη διάρκεια προστασίας του σήματος, η οποία είναι δέκα (10) έτη από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης, με δυνατότητα ανανέωσης επ’ αόριστον.
Άρθρο 24: Αναφέρεται στη μεταβίβαση του σήματος.
Άρθρο 25: Ανακοπή: Κατά της απόφασης του Εξεταστή της Διεύθυνσης Σημάτων ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή της τελεσίδικης απόφασης των διοικητικών δικαστηρίων που έκαναν κατά περίπτωση δεκτή τη δήλωση κατάθεσης σήματος μπορεί να ασκηθεί ανακοπή μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών που αρχίζει από την επομένη της δημοσίευσης της απόφασης στον διαδικτυακό τόπο του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, για τον λόγο ότι η καταχώριση προσκρούει σε έναν ή περισσότερους λόγους του άρθρου 4 ή των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 5. Η ανακοπή ασκείται με έγγραφο που κατατίθεται πάντα στη Διεύθυνση Σημάτων και διαβιβάζεται προς εξέταση στη Διοικητική Επιτροπή Σημάτων, ακόμα κι αν η δήλωση σήματος έγινε δεκτή με τελεσίδικη απόφαση των διοικητικών δικαστηρίων.
Ποια η διαδικασία κατοχύρωσης εμπορικού σήματος στην Ελλάδα;
Η διαδικασία κατοχύρωσης ενός εμπορικού σήματος στην Ελλάδα πραγματοποιείται μέσω του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (ΟΒΙ).
Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.
Τηλέψωνο: +30 213 0313 912
info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00






