Αθωωτική απόφαση για μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες

Απόφαση

Σχετικά με την υπόθεση

Η μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες, η υποβολή ελλιπούς ή ανακριβούς δήλωσης πόθεν έσχες μπορεί να υπέχει σοβαρές ποινικές ευθύνες για τον υπόχρεο. Με τον νόμο 5026/2023 κλείνει ένας κύκλος νομοθετημάτων που αφορούν την υποχρέωση υποβολής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, γνωστή σε όλους ως δήλωση «πόθεν έσχες». Στην νομοθετική αυτή διαδρομή παρατηρείται μια διαρκής επέκταση των υπόχρεων σε υποβολή δήλωσης «πόθεν έσχες» προσώπων, τα οποία δεν περιορίζονται πλέον μόνο σε πολιτικό προσωπικό και ανώτατους διοικητικούς υπαλλήλους, αλλά περιλαμβάνει και άλλα άτομα. Το γραφείο μας διαθέτει μεγάλη εμπειρία και εξειδίκευση σχετικά με τα αδικήματα που απορρέουν από την δήλωση πόθεν έσχες, με ευρεία γκάμα αθωωτικών αποφάσεων επί συναφών αδικημάτων.

Νομικό Πλαίσιο

Σχετικά με τη μη υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες:

Οι υπόχρεοι σε υποβολή δήλωσης πόθεν έσχες είναι πλέον 13 κατηγορίες προσώπων, συγκεκριμένα:

→ Πολιτικά πρόσωπα (άρθρο 4 του ν. 5026/2023)

→ Γενικοί και ειδικοί γραμματείς Βουλής και Γενικής Κυβέρνησης και υποστηρικτικό πολιτικό προσωπικό (άρθρο 5 του ν. 5026/2023)

→ Αποκεντρωμένες Διοικήσεις και τοπική αυτοδιοίκηση (άρθρο 6 του ν. 5026/2023)

→ Λοιπού δημόσιου τομέα (άρθρο 7 του ν. 5026/2023)

→ Τομέας δικαιοσύνης (άρθρο 8 του ν. 5026/2023)

→ Χρηματοπιστωτικός τομέας (άρθρο 9 του ν. 5026/2023)

→ Ραδιοτηλεοπτικός τομέας και έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου (άρθρο 10 του ν. 5026/2023)

→ Ένοπλες δυνάμεις, σώματα ασφαλείας και συναφείς υπηρεσίες (άρθρο 11 του ν. 5026/2023)

→ Ελεγκτικές και οικονομικές υπηρεσίες (άρθρο 12 του ν. 5026/2023)

→ Τομέας αθλητισμού (άρθρο 13 του ν. 5026/2023)

→ Τομέας δημόσιων συμβάσεων (άρθρο 14 του ν. 5026/2023)

→ Ιατρικός τομέας (άρθρο 15 του ν. 5026/2023)

→ Λοιπές κατηγορίες υπόχρεων (άρθρο 16 του ν. 5026/2023)

Και στο ν. 5026/2023 υπάρχει πρόβλεψη όπου αναφέρει ότι η Δήλωση Περιουσιακής Κατάστασης (Δ.Π.Κ.) υποβάλλεται και από κάθε άλλο πρόσωπο για το οποίο προβλέπεται υποχρέωση υποβολής από ειδική διάταξη και λαμβανομένου του γεγονότος ότι δεν καταργείται κάθε άλλη διάταξη που αντίκειται στο νέο νόμο, συμπεραίνουμε ότι οι περιπτώσεις υπόχρεων που υπέβαλλαν Δ.Π.Κ. με ειδικές διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν (βλέπε σχετικές διατάξεις άρθρου 1 του ν. 3213/2003).

Για πρώτη φορά όμως προβλέπεται αυτοτελής υποχρέωση για την υποβολή δήλωσης των συζύγων και των εν διαστάσει συζύγων των παραπάνω προσώπων, αλλά και όσων έχουν  συνάψει μαζί τους σύμφωνο συμβίωσης, για όσο χρόνο διαρκεί η σχέση αυτή, πλέον ενός έτους.

Ως βασικά αδικήματα, σε βαθμό πλημμελήματος, τυποποιούνται η παράλειψη υποβολής της δήλωσης εντός της προθεσμίας που τάσσει ο νόμος και η υποβολή ανακριβούς ή ελλιπούς δήλωσης (άρθρο 39 παρ. 1, εδ. α΄). Επιπλέον, προβλέπονται διακεκριμένα εγκλήματα (και πάλι πλημμελήματα) για την περίπτωση που ο υπαίτιος κάποιας από τις παραπάνω πράξεις ενεργεί έχοντας σκοπό να αποκρύψει από το αρμόδιο όργανο ελέγχου περιουσιακά στοιχεία, του ίδιου και των  προσώπων για τα οποία οφείλει να υποβάλει δήλωση, αξίας ανώτερης των 30.000 ευρώ (άρθρο 39 παρ. 1, εδ. β΄ και γ΄), και ιδιαίτερα διακεκριμένα εγκλήματα (κακουργήματα), εάν η περιουσία που επιδιώκεται να αποκρυβεί υπερβαίνει σε αξία τις 300.000 ευρώ (άρθρο 39 παρ. 2).

Επιπλέον, τυποποιείται ως προνομιούχα παραλλαγή η τέλεση του βασικού εγκλήματος, σε οποιαδήποτε μορφή του, από αμέλεια (άρθρο 39 παρ. 3). Βέβαια για το αδίκημα αμέλειας απειλείται μόνο χρηματική ποινή και προβλέπεται, όπως και παλαιότερα, δυνατότητα δικαστικής άφεσης της ποινής.

Όπως και υπό το αμέσως προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, η απλώς εκπρόθεσμη υποβολή της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης δεν θεμελιώνει ποινική ευθύνη για τον υπόχρεο. Αξιόποινη παράλειψη υποβολής δήλωσης υφίσταται μόνο από τη στιγμή που παρέρχεται άπρακτη η προθεσμία ενός έτους από την παρέλευση της προθεσμίας εμπρόθεσμης υποβολής της δήλωσης, αρχικής ή ετήσιας (άρθρο 39 παρ. 1 εδ. α΄ σε συνδυασμό με άρθρο 22 εδ. β΄), εφόσον βέβαια ο δράστης είχε τη δυνατότητα να ενεργήσει. Ενδεχόμενη υποβολή της δήλωσης μετά την εκπνοή της παραπάνω ετήσιας προθεσμίας δεν αίρει το αξιόποινο της παράλειψης.

Ως «ελλιπής» νοείται η δήλωση της οποίας το περιεχόμενο υστερεί σε σχέση με τις επιταγές του νόμου (άρθρα 19-20 του ν. 5026/2023) για τα περιουσιακά στοιχεία που πρέπει να περιλαμβάνονται σε αυτήν. Οι συνέπειες μη υποβολής δήλωσης ή υποβολής ελλιπούς δήλωσης είναι ότι δημεύονται υποχρεωτικά τα περιουσιακά στοιχεία που δεν δηλώθηκαν, όχι όμως και αυτά που δηλώθηκαν ανακριβώς (άρθρο 33 παρ. 1). Η δήμευση πάντως δεν είναι δυνατή, εφόσον ο υπόχρεος αποδείξει τη νόμιμη προέλευση του περιουσιακού στοιχείου που δεν δηλώθηκε. Επιπλέον, ενώ δεν υφίσταται άδικη πράξη τόσο στην περίπτωση επουσιώδους έλλειψης όσο και στην περίπτωση επουσιώδους ανακρίβειας, η δυνατότητα του υποχρέου να αποδείξει τη νομιμότητα της πηγής προέλευσης του επίμαχου περιουσιακού στοιχείου λειτουργεί “θεραπευτικά”, μόνο όταν αυτό έχει δηλωθεί ανακριβώς και όχι όταν δεν έχει δηλωθεί καθόλου.

Να τονίσουμε ότι παραμένουν σε ισχύ οι διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 3213/2003 «Απαγόρευση συμμετοχής σε εταιρεία με έδρα στην αλλοδαπή για πολιτικά πρόσωπα, απαγορεύσεις συμμετοχής σε εταιρείες με έδρα μη συνεργάσιμα φορολογικά κράτη και κράτη με προνομιακό φορολογικό καθεστώς» καθώς και των και των άρθρων 9, 10, 11 και 12, κατά το μέρος που αφορούν στην εφαρμογή του άρθρου 8.

Μία αλλαγή που αφορά όλους τους υπόχρεους είναι η διάταξη του άρθρου 17 του ν. 5026/2023 «Υποχρέωση ηλεκτρονικής καταχώρισης κατάστασης υπόχρεων προσώπων και επίλυση αμφισβητήσεων» σύμφωνα με την οποία οι υπόχρεοι γνωστοποιούν στον αρμόδιο φορέα ή τα όργανα διοίκησης του φορέα στον οποίο υπάγονται ή από τον οποίο εποπτεύονται τον Α.Φ.Μ. τους, καθώς και αυτόν των συζύγων τους, των εν διαστάσει συζύγων τους ή των προσώπων με τα οποία έχουν συνάψει σύμφωνο συμβίωσης μέχρι τις 30 Μαρτίου κάθε έτους, ώστε να επικαιροποιηθεί η κατάσταση υπόχρεων προσώπων η οποία, εντός των πρώτων 15 ημερών κάθε μήνα για τις αρχικές Δ.Π.Κ. και μέχρι το τέλος Μαΐου κάθε έτους για τις ετήσιες Δ.Π.Κ., καταχωρείται ηλεκτρονικά από τον αρμόδιο φορέα ή τα όργανα διοίκησης.

Δημιουργείται δηλαδή μία «κυκλική ενημέρωση στοιχείων», όπου ο υπόχρεος ενημερώνει τον αρμόδιο φορέα ή τα όργανα διοίκησης τον Α.Φ.Μ. του, καθώς και αυτόν του/της συζύγου, των εν διαστάσει συζύγων ή του προσώπου με το οποίο έχει συνάψει σύμφωνο συμβίωσης, ο αρμόδιος φορέας ή τα όργανα διοίκησης καταχωρούν την κατάσταση υπόχρεων και εν συνεχεία ο υπόχρεος ενημερώνεται με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου του υπόχρεου που είναι καταχωρισμένη στη φορολογική αρχή ότι πρέπει να υποβάλλει δήλωση.

Με το άρθρο 23 του ν. 5026/2023 προσδιορίζεται το περιεχόμενο της Δήλωσης Οικονομικών Συμφερόντων. Εδώ έχουμε δύο αλλαγές σε σχέση με το ν. 3213/2003. Η πρώτη αφορά το ύψος της συνολικής αμοιβής από οποιαδήποτε αμειβόμενη μη κύρια δραστηριότητα που πρέπει να συμπεριλαμβάνεται στη Δ.Ο.Σ., το ύψος της οποίας «ανέβηκε» στα 10.000 ευρώ από 5.000 ευρώ και η δεύτερη ότι η δήλωση περιλαμβάνει πλέον και τα τυχόν καταγεγραμμένα συμφέροντα στο Μητρώο Διαφάνειας των άρθρων 8 έως 10 του ν. 4829/2021 (στο μητρώο αυτό εγγράφονται οι εκπρόσωποι συμφερόντων και δυνητικά σωματεία, επαγγελματικές ενώσεις, επιμελητήρια και φορείς της κοινωνίας των πολιτών).

Με το άρθρο 29 «Επιλογή δηλώσεων προς έλεγχο» εισάγεται ο ετήσιος ελεγκτικός στόχος από την Επιτροπή Ελέγχου, με τη μορφή ελάχιστου ποσοστού ελεγχόμενων δηλώσεων και κριτηρίων ανάλυσης κινδύνου (και άλλων στοιχείων). Από την Επιτροπή Ελέγχου καθορίζονται συγκεκριμένες προϋποθέσεις για την επιλογή των ελεγχόμενων δηλώσεων, όπως κριτήρια ανάλυσης κινδύνου και στοιχεία από εσωτερικές και εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Τα κριτήρια αυτά καθορίζονται κατ’ έτος πριν από την έναρξη της προθεσμίας υποβολής των Δ.Π.Κ.. Τίθεται, τέλος, για πρώτη φορά πλαφόν στον ετήσιο ελεγκτικό στόχο, ο οποίος δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσοστού 7% των υποβαλλόμενων δηλώσεων. Για λόγους ομαλής μετάβασης στα νέα δεδομένα, το ποσοστό αυτό ορίζεται σε 5% για το πρώτο έτος εφαρμογής και για το δεύτερο σε 6%.

Όπως ίσχυε και με το ν. 3213/2003, τα φυσικά πρόσωπα και οι υπάλληλοι των νομικών προσώπων του άρθρου 5 του ν. 4557/2018 (Ξέπλυμα βρώμικου χρήματος – Μέτρα δέουσας επιμέλειας) που παραβιάζουν την υποχρέωση γνωστοποίησης τιμωρούνται με ποινή φυλάκισης έως 2 ετών. 

Αναφορικά με τις διοικητικές κυρώσεις και ποινές:

Με το άρθρο 22 του ν. 5026/2023 προβλέπονται οι κυρώσεις σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης υποβολής Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. Ορίζεται ότι είναι δυνατή η υποβολή εντός 30 ημερών από τη λήξη της προθεσμίας ύστερα από την πληρωμή παραβόλου (η διάταξη αυτή ίσχυε και με το άρθρο 6 του ν. 3213/2003).

Σε περίπτωση που αυτές υποβληθούν μεταγενέστερα και πάντως μέσα σε 1 έτος από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής, (αντί των 60 ημερών και της φυλάκισης και χρηματικής ποινής που ίσχυε με την παρ. 2 του άρθρου 6 του ν. 3213/2003) καταβάλλεται αυξημένο παράβολο.

Τέλος, προβλέπεται ότι η μη υποβολή Δ.Π.Κ. και Δ.Ο.Σ. αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα.

Απόφαση

Αποφάσεις

Επικοινωνήστε Μαζί Μας!

Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.

Τηλέψωνο: +30 213 0313 912

info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00