κλοπή ύδατος και ηλεκτρικής ενέργειας (ρευματοκλοπή), α. 372Π.Κ.-αθωωτική απόφαση

Απόφαση

Σχετικά με την υπόθεση

Στην προκειμένη περίπτωση ο δικηγόρος και Ποινικολόγος του γραφείου μας κος. Ανδρέας Παπαβασιλείου πέτυχε την πανηγυρική αθώωση ομάδας συγκατηγορούμενων για κατ' εξακολούθηση κλοπή ρεύματος (ρευματοκλοπή- κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας) και κλοπή ύδατος με τους κατάλληλους νομικούς ισχυρισμούς και επιχειρήματα, τη χρήση αποφάσεων νομολογίας και την διακρίβωση της ουσιαστικής αλήθειας στην ακροαματική διαδικασία ενός δύσκολου ποινικού δικαστηρίου. Η αθωωτική απόφαση για πλήθος εντολέων μας ήταν ηθική ικανοποίηση πρωτίστως για τον χειριστή της υπόθεσης δικηγόρο.

Νομικό Πλαίσιο

Κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας (ρευματοκλοπή) και κλοπή ύδατος κατ’ εξακολούθηση α. 372 Π.Κ. & 98 Π.Κ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ν. ΠΚ:

  1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.
  2. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ηλεκτρική και κάθε άλλης μορφής ενέργεια.

 

Άρθρο 372 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Κλοπή

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει και υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.

Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού, κατά τον προορισμό του, ο σκοπός δε παράνομης ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος.

Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020).

Υποκειμενικά απαιτείται οιασδήποτε μορφής δόλος, που επικαλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και θέληση του δράστη να αφαιρέσει το ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, καθώς επίσης πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου δηλαδή σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 529/2022).

Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο, όταν εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (Α.Π. 3/2017), αποτελεί δε κλοπή και η καθοιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της.

Τέτοια κλοπή ενέργειας του ηλεκτρισμού επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος στην προς τούτο συσκευή (μετρητή) της Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε., για την μέτρηση του παρεχόμενου από την ΔΕΗ ΑΕ ή άλλον πάροχο, σε κάθε συμβαλλόμενο και αναλισκόμενου από αυτόν ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία (μη καταγραφή) επιτυγχάνεται με την με τεχνικά μέσα καθοιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ` αυτόν, ώστε να καταμετρά και δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος σε κάθε χρονική περίοδο (ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 479/2020, 2056/2019, ΑΠ 479/2020, 1117/2022, 1197/2024).

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 ΠΚ:

 “1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων. 2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε”.

Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι, κατ` εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μερικότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου).

Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή), όμως, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.

 

Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης. Αντίθετα επί του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, που ορίζεται με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ, ο δράστης αποβλέπει στο συνολικό αποτέλεσμα των πράξεών του, που συνίσταται στην τελική συνολική αξία του αντικειμένου της αξιόποινης πράξης, βάσει της οποίας διαμορφώνεται ο ποινικός χαρακτηρισμός της. Στην περίπτωση αυτή, το κατ` εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας πράξης του δράστη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4  της ΥΑΔ16//2009 (ΥΑ Δ16γ/694/7/117/Γ ΦΕΚ Β 552 2009) απόδειξη κλοπής αποτελεί η σύνδεση του εσωτερικού αγωγού υδροληψίας με ενωτικό σωλήνα. Απόδειξη κλοπής θεωρείται και η πρόκληση βλάβης στον υδρομετρητή από τον υδρευόμενο, τέτοιας που να καθίσταται αδύνατη η λήψη ενδείξεων. Γενικά απόδειξη κλοπής νερού αποτελεί κάθε επέμβαση, συμπεριλαμβανομένης και της παραβίασης της σφραγίδας του υδρομετρητή ή της σφραγίδας πυροσβεστικής φωλιάς του εσωτερικού πυροσβεστικού δικτύου του ακινήτου, η οποία αποσκοπεί στη λήψη μη τιμολογούμενου νερού ή στη μείωση των ποσοτήτων αυτού.

εφημερις της κυβερνησεως

 

Απόφαση

Αποφάσεις

Επικοινωνήστε Μαζί Μας!

Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.

Τηλέψωνο: +30 213 0313 912

info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00