
Ανθρωποκτονία με Δόλο (Άρθρο 299 ΠΚ): Νομική Ανάλυση & Δικαστική Πρακτική.
1. Τι ορίζεται ως ανθρωποκτονία κατά τον Ποινικό Κώδικα;
1.1.Η διαχρονική εξέλιξη του Άρθρου 299 ΠΚ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 299 του προϊσχύοντος Π.Κ:
«1. Όποιος με πρόθεση σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη (μετά την κατάργηση της θανατικής ποινής με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2172/1993).
2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται η ποινή της πρόσκαιρης κάθειρξης».
Στο αντίστοιχο άρθρο 299 του ισχύσαντος από 1-7-2019 έως 11-11-2021 ΠΚ (Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α`95/11-6-2019), με τον τίτλο “Ανθρωποκτονία με δόλο”, ορίζεται ότι:
«1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη».
Η παρ. 1 του άρθρου 299 τροποποιήθηκε από 12-11-2021 με το Ν. 4855/2021 και πλέον ορίζεται ότι: «Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη».
Από την αντιπαραβολή των προαναφερθεισών διατάξεων, προκύπτει ότι η διάταξη του μέχρι στις 11-11-2021 ισχύσαντος ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτήν προβλέπεται μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και η επιβολή ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης.
1.2.Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Από την διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο απαιτείται:
α) αντικειμενικώς, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας και
β)υποκειμενικώς, δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος δόλος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου και ο ενδεχόμενος δόλος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
2. Ποιος νόμος εφαρμόζεται αν ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις από την τέλεση έως την εκδίκαση;
2.1.Η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου (Άρθρο 2 παρ. 1 ΠΚ)
Στο άρθρο 2 παρ. 1 του νέου ΠΚ ορίζεται ότι:
«Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου».
2.2.Κριτήρια προσδιορισμού της ευμενέστερης διάταξης
Επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα, οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου και αυτό που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολό του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι` αυτόν,
ενώ δεν αποκλείεται σε συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται, αφ` ενός μεν, ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφ` ετέρου δε, άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή.
Για το χαρακτηρισμό νόμου ως επιεικέστερου με βάση το ύψος της απειλούμενης ποινής, γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων αυτών διατάξεων και αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής και αν το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο.
Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ` αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης στερητικής της ελευθερίας ποινής, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, ενώ επί ίσων στερητικών της ελευθερίας ποινών, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή.
3. Υπαιτιότητα: Τι είναι ο άμεσος και τι ο ενδεχόμενος δόλος;
3.1.Η διάκριση των μορφών δόλου κατά το Άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, «Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται».
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται:
αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου.
3.2.Πώς διαγιγνώσκεται ο δόλος στην ανθρωποκτονία;
Ο δόλος ενδεικτικά, διαγιγνώσκεται από τις προηγούμενες σχέσεις δράστη – θύματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση, την κατεύθυνση ή τον αριθμό του πλήγματος ή των πληγμάτων, την απόσταση δράστη και θύματος, την μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου.
Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται.
3.3. Η θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας στον ενδεχόμενο δόλο
Κατά τον προσδιορισμό της μορφής αυτής υπαιτιότητας (ενδεχόμενου δόλου), ο Ποινικός Κώδικας υιοθέτησε τη θεωρία της εγκληματικής επιδοκιμασίας, σύμφωνα με την οποία, για την ύπαρξη ενδεχόμενου δόλου, πρέπει να διακριβωθεί, αφ` ενός μεν, ότι ο δράστης προέβλεψε ως δυνατό το εγκληματικό αποτέλεσμα, εξαιτίας της ενέργειας ή παράλειψής του, αφ` ετέρου δε, ότι το αποδέχθηκε.
- Διαφορά ενδεχόμενου δόλου και ενσυνείδητης αμέλειας
Η αποδοχή του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κεντρικό στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου και διακρίνεται εννοιολογικά από την πεποίθηση (πίστη), την ελπίδα ή την ευχή αποφυγής (μη επέλευσής) του, η οποία (πεποίθηση, ελπίδα ή ευχή) αποτελεί κατά το άρθρο 28 ΠΚ, στοιχείο της ενσυνείδητης αμέλειας, αλλά και την ειδοποιό διαφορά μεταξύ του ενδεχόμενου δόλου και της τελευταίας, αφού η πρόβλεψη του εγκληματικού αποτελέσματος αποτελεί κοινό και των δύο τούτων στοιχείο.
- Γνωστικό και βουλητικό στοιχείο
Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, αν και προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αποδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση.
Η έννοια του δόλου, είτε άμεσου είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο αυτά στοιχεία είναι ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του δυναμένου να επέλθει από την πράξη του εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε.
- Εμπειρικοί ενδείκτες και αντενδείκτες αποδοχής του αποτελέσματος
Η αδυναμία ευχερούς διάγνωσης του βουλητικού στοιχείου του δόλου έχει οδηγήσει στην πράξη, σε εμπειρικά κριτήρια κατάφασης συνδρομής ενδεχόμενου δόλου («ενδείκτες» αποδοχής του αποτελέσματος), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
α) η ιδιαίτερη επικινδυνότητα της πράξης, υπό το πρίσμα αυτό δε, το υψηλό ποσοστό επικινδυνότητας της πράξης του δράστη χρησιμεύει ως καίριας σημασίας (αλλά όχι μοναδικό) κριτήριο εκτίμησης της βουλητικής του στάσης έναντι του αποτελέσματος, διότι, εάν ο τελευταίος προέβη στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, λογικά εξάγεται το συμπέρασμα και ότι το αποδέχεται και
β) το αντικειμενικό ποσοστό επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει ο δράστης με την πράξη του.
Αντίθετα, ως «αντενδείκτες-αντίρροποι παράγοντες» ύπαρξης ενδεχόμενου δόλου και υποβάθμισής του, κατ` ακολουθίαν, σε αμέλεια κάποιας μορφής, εφόσον ασφαλώς συντρέχουν και οι λοιποί συναφείς όροι του νόμου, λειτουργούν, μεταξύ άλλων,
(i) το επιχείρημα περί της “μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης” του δράστη,
(ii) η έλλειψη λογικού κινήτρου,
(iii) η εξοικείωση του δράστη με τον κίνδυνο,
(iν) η λήψη αποτρεπτικών μέτρων και
(ν) η συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη.
4. Διαβαθμίσεις και είδη δόλου
4.1. Προμελετημένος και απρομελέτητος δόλος (Βρασμός ψυχικής ορμής)
Από τη διατύπωση του άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, δηλαδή σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής.
Άρθρο 299 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)
Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη,
ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη.
Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία.
Δεδομένου όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
4.2. Διαζευκτικός δόλος και απορρόφηση εγκλημάτων
Διαζευκτικός δόλος υπάρχει όταν ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσότερων άδικων αποτελεσμάτων (αντικειμενικών υποστάσεων), ενώ ένα μόνο από αυτά μπορεί (εν τέλει) να επέλθει.
Σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε με τον διαζευκτικό δόλο της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης του παθόντος ή της θανάτωσης αυτού με ενδεχόμενο δόλο, ως επακόλουθο των προκληθεισών σωματικών βλαβών, ευθύνεται αυτός ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος, που τελέσθηκε, ήτοι της ανθρωποκτονίας, ενώ το έγκλημα της σκοπούμενης πρόκλησης σωματικών απορροφάται από το τελευταίο.
5. Δικονομικά ζητήματα και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων
5.1. Πώς αξιολογεί το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα;
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.
6. Συμμετοχή στο έγκλημα: Απλή και άμεση συνέργεια
6.1.Τι είναι ο απλός συνεργός (Άρθρο 47 ΠΚ);
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο “απλός συνεργός”, η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ. α` του νέου ΠΚ:
«1.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)».
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα.
Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό.
Η συνδρομή του απλού συνεργού, όπως αναφέρθηκε, δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.
Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ` οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του.
Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη.
Ο δόλος του συνεργού, έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης – συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη.
6.2.Η επαναφορά της άμεσης συνέργειας με τον Ν. 5090/2024
Σημειώνεται, ότι με το άρθρο 5 του ν. 5090/2024, αντικαταστάθηκε το άρθρο 47 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ ως εξής:
«Όποιος, εκτός από την περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 46, με πρόθεση παρέχει άμεση συνδρομή στον δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού. Αν εκτός της περίπτωσης του πρώτου εδαφίου, παρέχει με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)».
Με την τροποποίηση αυτή κατέστη σαφής και επανήλθε στη νομοθετική ρύθμιση η διάκριση ανάμεσα στις δύο μορφές συνέργειας (άμεση και απλή), χωρίς να μεταβληθεί η ποινική μεταχείριση του συνεργού, ο οποίος ως άμεσος τιμωρείται με την ποινή του αυτουργού ενώ ως απλός με μειωμένη ποινή.
7. Δικαιώματα του κατηγορουμένου και ακυρότητες της διαδικασίας
7.1. Πότε επιτρέπεται η ανάγνωση περικοπών της απολογίας του κατηγορουμένου;
Κατά το άρθρο 365 παρ. 2 ΚΠΔ, «Αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολο τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση περικοπών και μόνον της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία είναι επιτρεπτή, μόνο στην περίπτωση που στο ακροατήριο απαντά ο κατηγορούμενος κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία και όχι όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση χάριν της πληρέστερης προστασίας του δικαιώματος σιωπής αυτού.
Δυνατότητα ανάγνωσης της απολογίας προς υποβοήθηση της μνήμης του κατηγορουμένου δεν προβλέπεται από την άνω διάταξη.
Έτσι, δεν επιτρέπεται η ανάγνωση και ειδικότερα, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα της κατά την προδικασία ληφθείσας απολογίας του κατηγορουμένου και μάλιστα ολόκληρης, ανεξάρτητα από την τυχόν προβολή ή μη αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της, εκ μέρους του κατηγορουμένου, διότι παραβιάζεται το δικαίωμα σιωπής και η αρχή της αμεσότητας που πρέπει να διέπει την ποινική διαδικασία.
7.2. Παραβίαση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης
Η ανάγνωση, η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου της απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία δόθηκε στην προδικασία, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως.
Τούτο, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα, το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για «δίκαιη δίκη», που εξασφαλίζει σ` αυτόν το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ, να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.
Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται και από το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ` του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΣΔΑΠΔ), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.
7.3. Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι:
η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης.
Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
8. Διεύθυνση της συζήτησης και δικαιώματα των διαδίκων
8.1. Πότε ο διευθύνων τη συζήτηση δεν επιτρέπεται να δώσει τον λόγο στον υποστηρίζοντα την κατηγορία;
Κατά το άρθρο 367 ΚΠΔ:
«1. Όταν τελειώσει η αποδεικτική διαδικασία, ο διευθύνων τη συζήτηση δίνει τον λόγο στον εισαγγελέα, έπειτα στον παριστάμενο για την υποστήριξη της κατηγορίας, ο οποίος δεν μπορεί να επεκταθεί στο θέμα της ποινής που πρέπει να επιβληθεί, και τέλος δίνει τον λόγο στον κατηγορούμενο.
2. Δικαίωμα δευτερολογίας έχει ο εισαγγελέας και ο κατηγορούμενος ή ένας συνήγορός του. Η δευτερολογία πρέπει να περιορίζεται στην απόκρουση αντίθετων επιχειρημάτων και δεν μπορεί να διαρκέσει περισσότερο από μισή ώρα. Στη δευτερολογία έχουν το δικαίωμα να απαντήσουν ο εισαγγελέας και οι διάδικοι3. Ο κατηγορούμενος ή ο συνήγορός του έχει πάντοτε το δικαίωμα να μιλήσει τελευταίος».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον υποστηρίζοντα την κατηγορία δίδεται ο λόγος επί της ενοχής, όχι δε και επί της ποινής ή επί του ελαφρυντικού ή των ελαφρυντικών, που τυχόν ζητήθηκαν από τον κατηγορούμενο ή για να δευτερολογήσει, γιατί ο λόγος επί των ελαφρυντικών ισοδυναμεί με εκείνον επί της ποινής, αφού η αναγνώριση ελαφρυντικών επηρεάζει μόνο την ποινή και όχι την ενοχή του κατηγορουμένου.
Αν παρά ταύτα, δοθεί ο λόγος στον υποστηρίζοντα την κατηγορία επί της ποινής ή αυτός έχοντας το λόγο επί της ενοχής, επεκταθεί στο ζήτημα της ποινής ή των ελαφρυντικών, με την ανοχή του διευθύνοντος τη συζήτηση, παρά τις αντιρρήσεις άλλου παράγοντα της δίκης και προσφυγή κατά της σχετικής αποφάσεως ή ανοχής του διευθύνοντος τη συζήτηση στο Δικαστήριο επέρχεται κατά το άρθρο 171 παρ. 3 ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας και ιδρύεται λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ίδιου Κώδικα.
9. Αυτοτελείς ισχυρισμοί και ελαφρυντικές περιστάσεις
9.1. Υποχρέωση ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας
Η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά και να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προτείνονται από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορο υπεράσπισής του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στην μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου ή την μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για την θεμελίωσή τους.
Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους.
9.2. Η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (Άρθρο 84 παρ. 2 α ΠΚ)
Αυτοτελής ισχυρισμός, που τείνει στην μείωση της επιβλητέας ποινής κατ` άρθρο 83 ΠΚ, θεωρείται κατά την διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 υπό στοιχείο α` του κυρωθέντος με τον Ν. 4619/2019 και ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, που συνίσταται στο «Ότι ο υπαίτιος έζησε ως τον χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή».
Έτσι, για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά έντιμης, ατομικής, οικογενειακής, επαγγελματικής και γενικά κοινωνικής ζωή του υπαιτίου, η οποία υπάρχει όταν αυτός στην διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου, στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιώνει, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη.
9.3. Η ελαφρυντική περίσταση της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (Άρθρο 84 παρ. 2 ε ΠΚ)
Αυτοτελής ισχυρισμός θεωρείται το άρθρο 84 παρ. 2 ε ΠΚ, δηλαδή, ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικό μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του.
Για την αναγνώριση της ελαφρυντικής αυτής περίστασης απαιτείται επίκληση και απόδειξη θετικής ατομικής και κοινωνικής συμπεριφοράς του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης από αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Η κατά το άρθρο 84 παρ. 2, στοιχ. ε` ΠΚ, ελαφρυντική περίσταση θεωρείται ότι συντρέχει και όταν ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη, ακόμα και κατά την κράτησή του.
Συμπεριφορά στη φυλακή:
Η παραδοχή της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2, στοιχ. ε` ΠΚ, αναμφιβόλως, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατούμενου και η οποία συνέχεται με την εξαιρετική και οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Η καλή δηλαδή συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνον ως απουσία παραβατικότητας. Περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε να υπάρχει βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Γιατί να επιλέξω το TPV LAW για την ανάθεση κακουργηματικής ποινικής υπόθεσης;
Στο δικηγορικό μας γραφείο TPV LAW οι εξειδικευμένοι και έμπειροι στο ποινικό δίκαιο δικηγόροι μας μπορούν να αναλάβουν αποτελεσματικά και τη δική σας ποινική υπόθεση όσο σοβαρή και να είναι η κατηγορία, που σας βαραίνει.
Δείτε εδώ απόφαση του γραφείου μας σε περίπτωση ανθρωποκτονίας με πρόθεση, όπου επιβλήθηκε εξαιρετικά χαμηλή ποινή στον δράστη και με αναστολή:
https://tpvlaw.gr/wp-content/uploads/2026/06/Ανθρωποκτονία-από-πρόθεση-2ετία-με-αναστολή.pdf
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.




