
Η Υιοθεσία Ανηλίκων και Ενηλίκων τέκνων στην Ελληνική Έννομη Τάξη (α. 1542 επ. Α.Κ.)
1. Εισαγωγή:
Η υιοθεσία, ως θεσμός του οικογενειακού δικαίου, ρυθμίζεται στα άρθρα 1542 επ. ΑΚ και συνιστά νομική πράξη με την οποία δημιουργείται τεχνητός δεσμός γονέα–τέκνου μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου. Σκοπός της είναι πρωτίστως η προστασία του ανηλίκου, αλλά και η ικανοποίηση κοινωνικών αναγκών (στην υιοθεσία ενηλίκου).
Άρθρο 1542 – Αστικός Κώδικας – Πότε επιτρέπεται
2. Προϋποθέσεις Υιοθεσίας:
2.1 Υιοθεσία ανηλίκων:
– Ηλικία υιοθετούντος: Ο υιοθετών πρέπει να έχει συμπληρώσει το 30ό έτος και να μην έχει υπερβεί το 60ό (άρθρο 1543 ΑΚ).
Άρθρο 1543 – Αστικός Κώδικας – Ποιός μπορεί να υιοθετήσει
– Διαφορά ηλικίας: Απαιτείται ελάχιστη διαφορά 18 ετών μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου και μέγιστη διαφορά τα 50 έτη (άρθρο 1544 ΑΚ). Ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για εκείνον από τους συζυγούς που επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από το σύζυγο του. Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου, καθώς και αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, το δικαστήριο μπορεί να επιτρέπει την υιοθεσία και όταν υπάρχει διαφορά ηλικίας μικρότερη, αλλά όχι κάτω των δεκαπέντε ετών.
Άρθρο 1544 – Αστικός Κώδικας – Διαφορά ηλικίας
Άρθρο 1545 – Αστικός Κώδικας – Υιοθεσία από …
– Συγκατάθεση: του ανηλίκου από το 12ο έτος και άνω (άρθρο 1555 ΑΚ), καθώς και των γονέων ή επιτρόπου (άρθρα 1550–1552 ΑΚ).
Άρθρο 1555 – Αστικός Κώδικας – Συναίνεση του ανηλίκου
– Καταλληλότητα υιοθετούντος: Πιστοποιείται με κοινωνική έρευνα (άρθρο 1557 ΑΚ).
– Δικαστική κρίση: Η υιοθεσία ολοκληρώνεται με απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου και υπάρχει μυστικότητα της διαδικασίας (άρθρο 1559 ΑΚ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1542, 1543, 1544,1549, 1550, 1557 και 1558 ΑΚ, ως ισχύουν μετά τις τροποποιήσεις που επέφερε ο Ν. 2447/1996, συνάγεται ότι για την τέλεση της υιοθεσίας ανηλίκου πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α) ο υιοθετών να είναι δικαιοπρακτικό ικανός (άρθρο 1543 ΑΚ),
β) να έχει συμπληρώσει τα τριάντα χρόνια του και να μην έχει υπερβεί τα εξήντα (άρθρο 1543 ΑΚ),
γ) να υφίσταται διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετουμένου κατά δεκαοκτώ και όχι περισσότερο από πενήντα χρόνια (άρθρο 1544 ΑΚ), η οποία όμως μπορεί να είναι και μικρότερη, μέχρι τα δεκαπέντε έτη, εφόσον πρόκειται για υιοθεσία τέκνου του συζύγου (άρθρο 1544 εδ. β` και γ` ΑΚ),
δ) να δηλώσουν τη συναίνεσή τους αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου οι φυσικοί γονείς του ανηλίκου (άρθρο 1550 παρ. 1 ΑΚ) και ο ανήλικος εφόσον έχει συμπληρώσει το δωδέκατο έτος της ηλικίας του (άρθρο 1555 ΑΚ),
ε) να δηλώσει τη συναίνεση του ο σύζυγος του υιοθετούντος και να ακουστεί η γνώμη τυχόν άλλου τέκνου του υιοθετούντος (άρθρα 1546, 1556 ΑΚ),
στ) να εξυπηρετεί η υιοθεσία το συμφέρον του υιοθετουμένου (άρθρο 1542 εδ. β` ΑΚ) και
ζ) η μη ύπαρξη και άλλου θετού γονέα (άρθρο 1542 ΑΚ) (ΜΠρΘεσ/νίκης 2380/2020).
Αναφορικά με τη διαφορά ηλικίας ως προϋπόθεση τέλεσης της υιοθεσίας, στο άρθρο 1544 εδ. β και γ` ΑΚ ορίζεται ότι ο περιορισμός της ηλικίας δεν ισχύει για εκείνον από τους συζύγους που επιθυμεί να υιοθετήσει τέκνο που υιοθετείται ή που έχει ήδη υιοθετηθεί από το σύζυγό του.
Σε περίπτωση υιοθεσίας τέκνου του συζύγου, καθώς και αν συντρέχει σπουδαίος λόγος, το Δικαστήριο μπορεί να επιτρέπει την υιοθεσία και όταν υπάρχει διαφορά ηλικίας μικρότερη των δεκαπέντε ετών. Με την ανωτέρω διάταξη τάσσεται ως προϋπόθεση της υιοθεσίας η διαφορά ηλικίας μεταξύ αυτού που υιοθετεί και αυτού που υιοθετείται, η οποία προσδιορίζεται μεταξύ ενός ελάχιστου ορίου δεκαοκτώ ετών και ενός μεγίστου πενήντα ετών.
Η θέσπιση κατώτατου και ανώτατου ορίου διαφοράς επιβλήθηκε από ηθικούς και κοινωνικούς λόγους, για την ομαλή πορεία της υιοθεσίας, με την ύπαρξη ενός γονέα ηλικιακά ώριμου και ακμαίου και επιπρόσθετα, ως προς το ανώτατο όριο διαφοράς, με τη δικαιολογία ότι οι θετοί γονείς με μεγάλη ηλικία δεν παρέχουν τα εχέγγυα για την ομαλή ανατροφή του τέκνου.
Η δικαιολογία, ωστόσο, ως προς το τελευταίο, θα ήταν συνεπής και αρκετή, αν εκφραζόταν και μόνο μέσα από τη ρύθμιση του άρθρου 1543 ΑΚ, που θέτει ανώτατο όριο ηλικίας του υιοθετούντος το εξηκοστό έτος, χωρίς να χρειάζεται ένας επιπλέον φραγμός για την τέλεση της υιοθεσίας, σε περίπτωση μάλιστα που αυτή αποβλέπει αποδεδειγμένα στο συμφέρον του υιοθετούμενου τέκνου.
Η υιοθεσία άλλωστε, πρέπει πάντοτε να αποβλέπει στο συμφέρον του υιοθετούμενου, σύμφωνα με τη ρητή διάταξη του άρθρου 1542 εδ. β` ΑΚ και με γνώμονα την τελευταία αυτή διάταξη, που αποτελεί την προμετωπίδα του περί υιοθεσίας κεφαλαίου του Αστικού Κώδικα, πρέπει να ερμηνεύονται και όλες οι διατάξεις που ακολουθούν, επομένως και αυτή του ως άνω άρθρου 1544 Α.Κ., η οποία, ως προς τη θέσπιση του ανώτατου ορίου διαφοράς, δεν θα πρέπει να ερμηνεύεται αποκομμένη, αλλά σε συνδυασμό με τη γενική αρχή της προστασίας του συμφέροντος του τέκνου.
Πρέπει να σημειωθεί, επιπλέον, ότι στο άρθρο 8 παρ. 3 της Διεθνούς Σύμβασης, που υπογράφηκε, στις 24-4-1967, από τα κράτη – μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης στο Στρασβούργο και κυρώθηκε στη χώρα μας με το Ν. 1049/1980, αποκτώντας έτσι αυξημένη τυπική ισχύ έναντι του εσωτερικού νόμου (άρθρο 28 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος), γίνεται λόγος για μη πλήρωση των προϋποθέσεων της υιοθεσίας στην περίπτωση που η διαφορά ηλικίας μεταξύ υιοθετούντος και υιοθετούμενου είναι μικρότερη από την ηλικία που συνήθως χωρίζει τους γονείς από τα τέκνα τους.
Η διαφορά όμως ηλικίας κατά τη σύμβαση, και μάλιστα η κατώτατη, δεν αποτελεί «προϋπόθεση» της υιοθεσίας αλλά «κριτήριο», για το πότε η υιοθεσία εξυπηρετεί το συμφέρον του υιοθετούμενου, αλλά και τη δημόσια τάξη, η οποία διασφαλίζεται όταν με τη διαφορά μιας «πλήρους ήβης», που είναι το ελάχιστο όριο για την τεκνογονία, επιτυγχάνεται η απομίμηση της φύσης.
Το ανώτατο, αντίθετα, όριο διαφοράς ηλικίας δεν αποτελεί κατά τη σύμβαση «κριτήριο», που να διασφαλίζει το συμφέρον του υιοθετούμενου, όπως ισχύει και στα δίκαια των περισσότερων ευρωπαϊκών χωρών (άρθρα 265 Ελβετικού Α.Κ., 1713 Γερμανικού Α.Κ., 344 Γαλλικού Α.Κ.), αλλά ούτε και επιτάσσεται από λόγους δημόσιας τάξης.
Επομένως, το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας, που δεν αποτελεί κριτήριο κατά τη σύμβαση, αλλά ούτε και επιτάσσεται από λόγους δημόσιας τάξης, πρέπει ως επιλογή του εσωτερικού νομοθέτη να συμπορεύεται προς τους ορισμούς των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, δηλαδή η υιοθεσία πρέπει να διασφαλίζει το συμφέρον του ανηλίκου.
Ενόψει των ανωτέρω, όταν το συμφέρον του ανηλίκου επιτάσσει επιμήκυνση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας, αυτό πρέπει να επιμηκύνεται κατά την ίδια ποσοστιαία αναλογία που μειώνεται το ελάχιστο όριο διαφοράς ηλικίας (ΕφΠατρ 1200/2007, ΕφΑθ 489/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Υπό το πνεύμα αυτό, το ανώτατο όριο διαφοράς ηλικίας της διάταξης του άρθρου 1544 εδ. α’ Α.Κ. έχει σχετική και επιβοηθητική σημασία και δεν πρέπει να ερμηνευθεί, ως αυστηρή προϋπόθεση της υιοθεσίας, ούτε να θεωρηθεί ότι καθιερώνει απαράβατο τυπικό κώλυμα υιοθεσίας.
Περαιτέρω δε, σε ό,τι αφορά το ανώτατο όριο ηλικίας η μοναδική εξαίρεση που προβλέπεται στο νόμο περιλαμβάνεται στο άρθρο 1544 εδ. 2 ΑΚ, που εξαιρεί από τα όρια διαφοράς ηλικίας την περίπτωση της ταυτόχρονης ή διαδοχικής υιοθεσίας από συζύγους.
Και εδώ παρόμοια ρύθμιση ως προς την ταυτόχρονη υιοθεσία υπάρχει και στο άρθρο 1545 παρ. 2 ΑΚ, εντύπωση ωστόσο προκαλεί ότι δεν υπάρχει εξαίρεση και για την περίπτωση της υιοθεσίας του φυσικού παιδιού του άλλου συζύγου, όπως συμβαίνει προκειμένου για το κατώτατο όριο.
Είναι, πράγματι, γεγονός ότι αποτελεί μία νομοθετική παράλειψη το ότι δεν υπήρξε ρύθμιση αναφορικά με το ότι και το ανώτατο όριο θα μπορεί – όπως και το κατώτερο – να ξεπερνιέται αν συντρέχει σπουδαίος λόγος.
Εξ αυτού του λόγου μπορεί να εφαρμοσθεί αναλογικά και ως προς το ανώτατο όριο η διάταξη του άρθρου 1544 εδ. 3 ΑΚ , ώστε να αναφέρεται κάθε φορά στην απόφαση ποιος είναι ο συγκεκριμένος σπουδαίος λόγος που συντρέχει και κατ` εξαίρεση δικαιολογεί την υπέρβαση του ανώτατου ορίου διαφοράς ηλικίας.
Στο άρθρο 1557 του Α.Κ. ορίζεται ότι «Πριν από την τέλεση της υιοθεσίας διεξάγεται από την κοινωνική υπηρεσία ή άλλη υπηρεσία ή κοινωνική οργάνωση, αναγνωρισμένη ότι ειδικεύεται στις υιοθεσίες, επισταμένη κοινωνική έρευνα και κατατίθεται εμπρόθεσμα στο δικαστήριο σύμφωνα με τα οριζόμενα ειδικότερα στο νόμο, σχετική έκθεση για το αν, με βάση τα στοιχεία που προέκυψαν, η συγκεκριμένη υιοθεσία συμφέρει ή όχι τον υιοθετούμενο».
Στο άρθρο 1558 του Κώδικα αυτού ορίζεται ότι «Το δικαστήριο απαγγέλλει την υιοθεσία, εφόσον συντρέχουν οι όροι του νόμου και αφού διαπιστώσει, συνεκτιμώντας και την έκθεση του προηγούμενου άρθρου, ότι, εν όψει της προσωπικότητας, της υγείας και της οικογενειακής και περιουσιακής κατάστασης εκείνου που υιοθετεί και του υιοθετούμενου, καθώς και της αμοιβαίας ικανότητάς τους προσαρμογής, η υιοθεσία συμφέρει τον υιοθετούμενο».
Τα σχετικά με την προβλεπόμενη στο άρθρο 1557 του ΑΚ κοινωνική έρευνα ρυθμίζονται με το άρθρο 7 του ν. 2447/1996, με το οποίο ορίζονται, στις παραγράφους 1 και 3, τα εξής:
«1. Η κοινωνική έρευνα που προβλέπεται από το άρθρο 1557 του Αστικού Κώδικα … θα πρέπει να αφορά κάθε θέμα που μπορεί να έχει σημασία για την υιοθεσία και ιδίως, την προσωπικότητα και την υγεία των ενδιαφερομένων, τα κίνητρα και την περιουσιακή κατάσταση του υποψηφίου θετού γονέα, την αμοιβαία ικανότητα προσαρμογής αυτού που υιοθετεί και εκείνου που υιοθετείται, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο από το οποίο μπορεί να διαγνωσθεί αν η υιοθεσία θα αποβεί προς το συμφέρον του ανηλίκου. 2. …..
3. Η κοινωνική έρευνα διεξάγεται ύστερα από αίτηση του υποψηφίου θετού γονέα. Αμέσως μετά την υποβολή της αίτησης, η κοινωνική υπηρεσία ή οργάνωση ορίζει τα πιστοποιητικά που κρίνει απαραίτητα για τη διεξαγωγή της έρευνας και υποβάλλει την έκθεσή της απευθείας στο δικαστήριο, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία έξι (6) μηνών από την υποβολή ή την επίδοση σ` αυτήν της σχετικής αίτησης για συγκεκριμένο παιδί, ανεξάρτητα αν προσκομίστηκαν τα στοιχεία που ζητήθηκαν. Η προθεσμία μπορεί να παρατείνεται, με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, επί τρεις (3) ακόμη μήνες.
Μετά την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας, το δικαστήριο δικάζει χωρίς έκθεση. Κατά την κοινωνική έρευνα θα πρέπει ανάλογα με την ωριμότητα του παιδιού και οπωσδήποτε μετά τη συμπλήρωση του δωδέκατου (12) έτους του, να ζητείται και η δική του γνώμη η οποία θα πρέπει να αναφέρεται στη σχετική έκθεση» .
Μεταγενεστέρως με τα άρθρα 20 επ. του ν. 4538/2018 «Μέτρα για την προώθηση των θεσμών της Αναδοχής και Υιοθεσίας» (Α` 85) θεσπίσθηκαν νέες ρυθμίσεις σχετικά με την υιοθεσία ανηλίκων.
Βασική καινοτομία των ως άνω ρυθμίσεων αποτελεί η πρόβλεψη της σύστασης Εθνικού Μητρώου Υποψήφιων Θετών Γονέων. Όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, στο Μητρώο αυτό «θα εγγράφονται όλοι οι Υποψήφιοι Θετοί Γονείς από τον εκάστοτε φορέα εποπτείας.
Πρόκειται ουσιαστικά για μια ιδιαιτέρως προοδευτική νομοθετική ρύθμιση, καθώς για πρώτη φορά οι Υποψήφιοι Θετοί Γονείς θα είναι υποχρεωμένοι να εγγράφονται, μετά την ολοκλήρωση όλων των κοινωνικών ελέγχων και των επιμορφωτικών προγραμμάτων, σε ένα κεντρικό, Εθνικό Μητρώο, πριν από την τοποθέτηση ενός παιδιού σε αυτούς».
Με τον ίδιο νόμο προβλέφθηκε, επίσης, α) η τήρηση από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (Ε.Κ.Κ.Α.) του Εθνικού Μητρώου Ανηλίκων, «στο οποίο εγγράφονται υποχρεωτικά όλοι οι ανήλικοι που τοποθετούνται σε μονάδες παιδικής προστασίας και φροντίδας ή πρόκειται να τοποθετηθούν σε ανάδοχο γονέα … ή πρόκειται να υιοθετηθούν» (βλ. άρθρο 5 παρ. 1 του νόμου) και
β) η τήρηση από κάθε μονάδα παιδικής προστασίας και φροντίδας που λειτουργεί ως νομικό πρόσωπο δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου Ειδικού Μητρώου Ανηλίκων «στο οποίο αναγράφονται μέσα σε σαράντα οκτώ (48) ώρες από την άφιξη του ανηλίκου τα εξής στοιχεία .» (βλ. άρθρο 5 παρ.2 του νόμου).
2.2 Υιοθεσία ενηλίκων:
-πλήρης δικαιοπρακτική ικανότητα του υιοθετούντος (α. 1543 Α.Κ.).
– Συγγένεια: (άρθρο 1579 ΑΚ): Ο υιοθετούμενος είναι συγγενής ως και τον τέταρτο βαθμό εξ αίματος ή εξ αγχιστείας αυτού που υιοθετεί.
Άρθρο 1579 – Αστικός Κώδικας – Υιοθεσία ενηλίκου
– Συγκατάθεση: Απαιτείται η αυτοπρόσωπη συναίνεση τόσο του υιοθετούμενου όσο και του υιοθετούντος, καθώς και των συζύγων τους (άρθρο 1580 & 1583 ΑΚ). Κατατίθεται κοινή αίτηση αυτού που υιοθετεί και εκείνου που υιοθετείται. Αν ο υιοθετούμενος είναι ανίκανος για δικαιοπραξία, τη σχετική αίτηση υποβάλλει ο νόμιμος αντιπρόσωπος του (άρθρο 1581 Α.Κ.).
-Ηλικία: Αυτός που υιοθετεί πρέπει να έχει συμπληρώσει τουλάχιστον το τεσσαρακοστό έτος της ηλικίας του και να είναι μεγαλύτερος από τον υιοθετούμενο τουλάχιστον κατά δεκαοκτώ χρόνια (άρθρο 1582 ΑΚ).
– Δικαστική κρίση: Ελέγχονται μόνο οι τυπικές προϋποθέσεις.
Αρμόδιο είναι το Μονομελές Δικαστήριο, στην περιφέρεια του οποίου έχει τη μόνιμη διαμονή του οποιοσδήποτε από τους αιτούντες, το οποίο δικάζει κατά την εκουσία δικαιοδοσία (άρθρο 800 ΚΠολΔ).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1580 ΑΚ ορίζεται ότι στην υιοθεσία ενηλίκου έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις που ισχύουν για την υιοθεσία ανηλίκου, εφόσον δεν υφίσταται αντίθετη ειδικότερη διάταξη για την υιοθεσία ενηλίκου (ΕφΑθ 1138/2001, ΕλλΔ/νη 2001/1681).
Άρθρο 1580 – Αστικός Κώδικας – Ανάλογη εφαρμογή
Αναλογικά δε μπορούν να εφαρμοστούν οι διατάξεις για την υιοθεσία ανηλίκου σε αυτή του ενηλίκου στο μέτρο και στο βαθμό που συνάδουν με τη φύση και τον επιδιωκόμενο σκοπό της τελευταίας, ο οποίος συνίσταται στην ικανοποίηση της ανάγκης του υιοθετούντος για τη συνέχιση του ονόματος και της προσωπικότητας του, καθόσον υπάρχει ήδη μια οικογένεια (ΕφΑθ 2899/1999, ΕλλΔ/νη 2000/1433).
Συγκεκριμένα, η υιοθεσία ενηλίκου διαφοροποιείται από αυτή του ανηλίκου, ως προς το ότι ο υιοθετούμενος είναι πλήρως δικαιοπρακτικά ικανός (18 ετών), ως προς το ότι η γονική μέριμνα του φυσικού γονέα έχει παύσει στο σύνολο της για τους φυσικούς γονείς, από την ενηλικίωση του τέκνου (άρθρα 127, 1510, 1538 ΑΚ) και τέλος, ως προς τα αποτελέσματα της, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1584 εδ. β’ ΑΚ, μετά την τέλεση της υιοθεσίας του ενηλίκου, παραμένει αμετάβλητος ο βιολογικός και ηθικός δεσμός μεταξύ του υιοθετούντος και του άλλου φυσικού γονέα του και των συγγενών του, ως προς το είδος, τη γραμμή και το βαθμό της συγγένειας (Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, τομ. Β’, 1998, σελ. 362).
Ενόψει όλων αυτών δεν είναι εφαρμοστέα στην υιοθεσία ενηλίκου η διάταξη του άρθρου 1550 § 1 ΑΚ προϋπόθεση για τη συντέλεση της υιοθεσίας ανηλίκου. Για τους ιδίους ως άνω λόγους πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1557 ΑΚ στην υιοθεσία ενηλίκου, που θέτει ως προϋπόθεση για την υιοθεσία ανηλίκου τη διεξαγωγή επισταμένης κοινωνικής έρευνας από κοινωνική υπηρεσία, καθότι ο ενήλικος υιοθετούμενος διαθέτει πνευματική και ψυχολογική ωριμότητα, προκειμένου να κρίνει το συμφέρον ή μη της τελούμενης υιοθεσίας (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, τομ. Ε`, 2004, άρθρο 1581, σελ. 1206, § 5, ΠολΠρωτΘηβ. 32/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
3. Διαδικασία – Χρονικά πλαίσια
Η διαδικασία περιλαμβάνει: αίτηση στο Μονομελές Πρωτοδικείο, συγκαταθέσεις όπου απαιτούνται, δικαστική συζήτηση και κρίση και καταχώριση της απόφασης στο Ληξιαρχείο.
Η υιοθεσία ανηλίκου και ενηλίκου τέκνου είναι δυστυχώς χρονοβόρα διαδικασία στην Ελλάδα.
4. Παράνομες υιοθεσίες
Παράνομη θεωρείται η υιοθεσία όταν καταστρατηγούνται οι προϋποθέσεις του ΑΚ ή η διαδικασία: υιοθεσία χωρίς δικαστική απόφαση, ιδιωτικές συμφωνίες με οικονομικό αντάλλαγμα, ή έλλειψη συγκατάθεσης όπου απαιτείται. Τέτοιες πράξεις συνδέονται με το αδίκημα της εμπορίας ανηλίκων (άρθρο 323Α ΠΚ).
5. Νόμιμες πηγές υιοθεσίας ανηλίκων
Σύμφωνα με τον Ν. 4538/2018, τα παιδιά προς υιοθεσία προέρχονται από: ιδρύματα παιδικής προστασίας (δημόσια ή ιδιωτικά), το Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων και Υιοθετούμενων Ανηλίκων, ή από φυσικούς γονείς που συναινούν νομίμως στην υιοθεσία.
6. Έννομες συνέπειες
6.1 Υιοθεσία ανηλίκων
Οι νομικές συνέπειες της υιοθεσίας ανηλίκου στην Ελλάδα, όπως ορίζονται στον Αστικό Κώδικα, περιλαμβάνουν τη διακοπή κάθε νομικού δεσμού του ανηλίκου με τη φυσική του οικογένεια και την πλήρη ένταξή του στη θετή οικογένεια με τα αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις, την αυτοδίκαιη ανάληψη της γονικής μέριμνας από τους θετούς γονείς, και τη μετονομασία του ανηλίκου με το επώνυμο του θετού γονέα.
Αναλυτικότερα:
-Διακοπή δεσμών με φυσική οικογένεια:
Η υιοθεσία δημιουργεί μια πλήρη και οριστική διακοπή κάθε νομικού δεσμού του θετού τέκνου με την φυσική του οικογένεια.
-Δικαιώματα και υποχρεώσεις στη θετή οικογένεια:
Το υιοθετημένο ανήλικο αποκτά απέναντι στους θετούς γονείς και τους συγγενείς τους όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που έχει ένα βιολογικό παιδί εντός γάμου, όπως η συμμετοχή στην κληρονομιά τους.
Υιοθεσίες μετά το ν. 2447/1996:
Η πλήρης ένταξη του τέκνου στην οικογένεια του θετού γονέα είναι αυτομάτως η κανόνα.
Το κληρονομικό δικαίωμα του θετού τέκνου είναι αποκλειστικό και εκτείνεται και προς τις δύο πλευρές (του θετού τέκνου προς τον θετό γονέα και τον ανάποδο), ενώ καταλύεται κάθε κληρονομικό δικαίωμα έναντι των φυσικών συγγενών.
Υιοθεσίες πριν το ν. 2447/1996:
Στις περιπτώσεις αυτές, η πλήρης ένταξη του υιοθετημένου τέκνου στην οικογένεια του υιοθετήσαντος γονέα δεν είναι αυτόματη.
Ο θετός γονέας πρέπει να ζητήσει από το δικαστήριο την πλήρη ένταξη του τέκνου, με σχετική αίτηση, για να υπάρξει αντίστοιχη κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος έναντι της φυσικής οικογένειας.
Εάν δεν γίνει αυτή η αίτηση και η πλήρης ένταξη δεν πραγματοποιηθεί, το κληρονομικό δικαίωμα του υιοθετηθέντος έναντι των φυσικών συγγενών του διατηρείται.
-Γονική Μέριμνα:
Οι θετοί γονείς αποκτούν αυτοδικαίως τη γονική μέριμνα του παιδιού, παύοντας αυτόματα κάθε δικαίωμα των φυσικών γονέων σε αυτό.
-Επώνυμο:
Το θετό ανήλικο λαμβάνει το επώνυμο του θετού γονέα του, με τη δυνατότητα όμως να προσθέσει και το προηγούμενο επώνυμό του μόλις ενηλικιωθεί (α. 1563 Α.Κ.).
-Ειδική περίπτωση υιοθεσίας τέκνου συζύγου:
Εάν ο θετός γονέας υιοθετεί το τέκνο του συζύγου του, η σχέση του παιδιού με τον φυσικό γονέα που είναι σύζυγος δεν διακόπτεται, και το παιδί διατηρεί νομικό δεσμό και με τους δύο γονείς του (φυσικό και θετό).
6.2 Υιοθεσία ενηλίκων
-Περιορισμένη ενσωμάτωση στην οικογένεια:
Η υιοθεσία ενηλίκου δεν συνεπάγεται πλήρη ενσωμάτωση στην οικογένεια του θετού γονέα, όπως συμβαίνει με την υιοθεσία ανηλίκου.
-Διατήρηση δεσμών με τη φυσική οικογένεια:
Οι δεσμοί του υιοθετούμενου με τη φυσική του οικογένεια δεν διακόπτονται πλήρως (α. 1584 Α.Κ.).
-Διαφοροποίηση από την υιοθεσία ανηλίκου:
Η υιοθεσία ανηλίκου έχει διαφορετικές συνέπειες, καθώς ο ανήλικος εντάσσεται πλήρως στην οικογένεια του θετού γονέα του και έναντι αυτού και των συγγενών του αποκτά όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τέκνου γεννημένου σε γάμο.
-Επώνυμο:
Το θετό τέκνο παίρνει αυτοδίκαια το επώνυμο του θετού γονέα, στο οποίο δικαιούται να προσθέσει και το αρχικό πριν την υιοθεσία επώνυμό του. Φυσικά οι κατιόντες του θετού τέκνου που γεννιούνται μεταγενέστερα θα φέρουν το επώνυμο του υιοθετούντος (άρθρο 1586 ΑΚ).
7. Δεκτή αίτηση υιοθεσίας
Η αίτηση γίνεται δεκτή όταν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις, η κοινωνική έρευνα αποδεικνύει την καταλληλότητα του υιοθετούντος, και αποδεικνύεται ότι η υιοθεσία εξυπηρετεί το βέλτιστο συμφέρον του τέκνου.
8. Συμπεράσματα
Η υιοθεσία ανηλίκου συνιστά πράξη με σκοπό την πλήρη προστασία του παιδιού και την ένταξή του σε οικογενειακό περιβάλλον, ενώ η υιοθεσία ενηλίκου λειτουργεί περισσότερο ως νομική αναγνώριση υπαρκτών κοινωνικών ή κληρονομικών δεσμών. Η ελληνική νομοθεσία θέτει αυστηρά κριτήρια ώστε να αποκλείονται παράνομες υιοθεσίες και να διασφαλίζεται η εξομοίωση του υιοθετούμενου ανηλίκου με γνήσιο τέκνο ως προς όλα τα δικαιώματα.
Απευθυνθείτε στο εξειδικευμένο δικηγορικό μας γραφείο για να μας εμπιστευθείτε υπόθεση υιοθεσίας ανηλίκου ή ενηλίκου τέκνου και να λάβετε αξιόπιστη νομική καθοδήγηση και ταχεία διεκπεραίωση της σχετικής σας υπόθεσης υιοθεσίας.
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.







