Ανθρωποκτονία με δόλο:
Στο άρθρο 299 του ισχύσαντος από 1-7-2019 έως 11-11-2021 ΠΚ (Ν. 4619/2019 (ΦΕΚ Α`95/11-6-2019), με τον τίτλο “Ανθρωποκτονία με δόλο”, ορίζεται ότι «1. Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με κάθειρξη ισόβια ή πρόσκαιρη τουλάχιστον δέκα ετών. 2. Αν η πράξη αποφασίστηκε και εκτελέστηκε σε βρασμό ψυχικής ορμής, επιβάλλεται κάθειρξη».
Η παρ. 1 του άρθρου 299 τροποποιήθηκε από 12-11-2021 με το Ν. 4855/2021 και πλέον ορίζεται ότι: «Όποιος σκότωσε άλλον τιμωρείται με ισόβια κάθειρξη». Από την αντιπαραβολή των προαναφερθεισών διατάξεων, προκύπτει ότι η διάταξη του μέχρι στις 11-11-2021 ισχύσαντος ΠΚ είναι επιεικέστερη, αφού με αυτήν προβλέπεται μαζί με την ποινή της ισόβιας κάθειρξης και η επιβολή ποινής πρόσκαιρης κάθειρξης.
Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος
Από την διάταξη του άρθρου 299 ΠΚ προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας με δόλο απαιτείται αντικειμενικώς, η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας και υποκειμενικώς, δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται ο μεν άμεσος δόλος, στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξης, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου και ο ενδεχόμενος δόλος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανάτωσης του άλλου.
Υπαιτιότητα: Τι είναι ο άμεσος και τι ο ενδεχόμενος δόλος;
Η διάκριση των μορφών δόλου κατά το Άρθρο 27 παρ. 1 ΠΚ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, «Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης, καθώς και όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται».
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας από πρόθεση απαιτείται αντικειμενικώς μεν η αφαίρεση της ζωής άλλου ανθρώπου, με θετική ενέργεια ή παράλειψη οφειλόμενης από το νόμο ενέργειας, υποκειμενικώς δε δόλος, άμεσος ή ενδεχόμενος, που συνίσταται, ο μεν άμεσος στη γνώση και τη θέληση των στοιχείων της πράξεως, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ο δε ενδεχόμενος στην αποδοχή του ενδεχόμενου αποτελέσματος της θανατώσεως του άλλου.
Πώς διαγιγνώσκεται ο δόλος στην ανθρωποκτονία;
Ο δόλος ενδεικτικά, διαγιγνώσκεται από τις προηγούμενες σχέσεις δράστη – θύματος, τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν και τις ειδικότερες συνθήκες, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, ήτοι το πληγέν σημείο του σώματος, την ένταση, την κατεύθυνση ή τον αριθμό του πλήγματος ή των πληγμάτων, την απόσταση δράστη και θύματος, την μεταγενέστερη συμπεριφορά του δράστη, πρέπει δε να κατευθύνεται προς την αφαίρεση της ζωής άλλου.
Με άμεσο δόλο ενεργεί εκείνος που θέλει την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, δηλαδή της καταστροφής της ζωής του άλλου ανθρώπου, ενώ με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει ως δυνατό το άνω εγκληματικό αποτέλεσμα και το αποδέχεται.
Γνωστικό και βουλητικό στοιχείο
Η συνδρομή του στοιχείου της αποδοχής, που αποτελεί το κυρίαρχο στοιχείο της έννοιας του ενδεχόμενου δόλου, είναι ζήτημα απόδειξης και δεν προκαθορίζεται από το βαθμό της πιθανότητας, με την οποία προβλέφθηκε το εγκληματικό αποτέλεσμα, ούτε από τη διαπίστωση ότι ο δράστης, αν και προείδε τούτο ως δυνατό, προχώρησε στην πράξη του ή αποδέχθηκε την παράλειψή του, δίχως να λάβει υπόψη του μια τέτοια προειδοποίηση, δεδομένου ότι, η έννοια του δόλου, είτε άμεσου είτε ενδεχόμενου, συντίθεται από το γνωστικό και το βουλητικό στοιχείο του εγκληματικού αποτελέσματος και τα δύο αυτά στοιχεία είναι ισότιμα μεταξύ τους, οπότε δεν αρκεί μόνον η γνώση του υψηλού κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος από τυχόν ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη, για να μεταβάλει σε ενδεχόμενο δόλο μια βαριά ή ελαφρά παράβαση του οικείου καθήκοντος επιμέλειας, αλλά προσαπαιτείται και η διαπίστωση ότι ο υπαίτιος κατά τον κρίσιμο χρόνο τέλεσης της πράξης, δεν απώθησε από τη συνείδησή του την παράσταση του δυναμένου να επέλθει από την πράξη του εγκληματικού αποτελέσματος και εντεύθεν το επιδοκίμασε.
Εμπειρικοί ενδείκτες και αντενδείκτες αποδοχής του αποτελέσματος
Η αδυναμία ευχερούς διάγνωσης του βουλητικού στοιχείου του δόλου έχει οδηγήσει στην πράξη, σε εμπειρικά κριτήρια κατάφασης συνδρομής ενδεχόμενου δόλου («ενδείκτες» αποδοχής του αποτελέσματος), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται:
α) η ιδιαίτερη επικινδυνότητα της πράξης, υπό το πρίσμα αυτό δε, το υψηλό ποσοστό επικινδυνότητας της πράξης του δράστη χρησιμεύει ως καίριας σημασίας (αλλά όχι μοναδικό) κριτήριο εκτίμησης της βουλητικής του στάσης έναντι του αποτελέσματος, διότι, εάν ο τελευταίος προέβη στο εγχείρημα, παρά το υψηλό ποσοστό κινδύνου επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος, λογικά εξάγεται το συμπέρασμα και ότι το αποδέχεται και
β) το αντικειμενικό ποσοστό επικινδυνότητας και η τυχόν ιδιοτέλεια του σκοπού που επιδιώκει ο δράστης με την πράξη του.
Αντίθετα, ως «αντενδείκτες-αντίρροποι παράγοντες» ύπαρξης ενδεχόμενου δόλου και υποβάθμισής του, κατ` ακολουθίαν, σε αμέλεια κάποιας μορφής, εφόσον ασφαλώς συντρέχουν και οι λοιποί συναφείς όροι του νόμου, λειτουργούν, μεταξύ άλλων,
(i) το επιχείρημα περί της “μη νοητής αυτοδιακινδύνευσης” του δράστη,
(ii) η έλλειψη λογικού κινήτρου,
(iii) η εξοικείωση του δράστη με τον κίνδυνο,
(iν) η λήψη αποτρεπτικών μέτρων και
(ν) η συμπεριφορά του δράστη μετά την πράξη.
Διαβαθμίσεις και είδη δόλου
Προμελετημένος και απρομελέτητος δόλος (Βρασμός ψυχικής ορμής)
Από τη διατύπωση του άρθρου 299 ΠΚ συνάγεται ότι για την ποινική μεταχείριση του δράστη της ανθρωποκτονίας από πρόθεση γίνεται διάκριση του δόλου σε δύο διαβαθμίσεις, δηλαδή σε προμελετημένο (της παρ. 1) και απρομελέτητο (της παρ. 2), όταν υπάρχει βρασμός ψυχικής ορμής.
Στην πρώτη περίπτωση απαιτείται ψυχική ηρεμία του δράστη είτε κατά την απόφαση είτε κατά την εκτέλεση της πράξεως, μολονότι αυτό δεν αναφέρεται ρητώς στη διάταξη, ενώ στη δεύτερη περίπτωση απαιτείται ο δράστης να βρίσκεται υπό το κράτος ψυχικής υπερδιέγερσης και κατά τη λήψη της αποφάσεως και κατά την εκτέλεση της ανθρωποκτονίας, γιατί, αν λείπει ο βρασμός ψυχικής ορμής σε ένα από τα στάδια αυτά, δεν συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της παρ. 2 του άρθρου 299 ΠΚ για την επιεικέστερη μεταχείριση του δράστη.
Προς τούτο, το δικαστήριο, στην πρώτη περίπτωση, πρέπει να διαλαμβάνει στην αιτιολογία της αποφάσεώς του, ότι ο δράστης ενήργησε με ψυχική ηρεμία. Δεδομένου όμως, ότι στο νόμο δεν ορίζεται ως στοιχείο του δόλου του δράστη η ψυχική του ηρεμία, απαιτείται αυτό να προκύπτει είτε με ρητή έκθεση, είτε με άλλη παρεμφερή φράση, είτε από τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά.
Διαζευκτικός δόλος και απορρόφηση εγκλημάτων
Διαζευκτικός δόλος υπάρχει όταν ο δράστης κατευθύνει την εγκληματική του ενέργεια στην πραγμάτωση περισσότερων άδικων αποτελεσμάτων (αντικειμενικών υποστάσεων), ενώ ένα μόνο από αυτά μπορεί (εν τέλει) να επέλθει.
Σε περίπτωση δε που ο δράστης ενήργησε με τον διαζευκτικό δόλο της βαριάς σκοπούμενης σωματικής βλάβης του παθόντος ή της θανάτωσης αυτού με ενδεχόμενο δόλο, ως επακόλουθο των προκληθεισών σωματικών βλαβών, ευθύνεται αυτός ως υπαίτιος του βαρύτερου εγκλήματος, που τελέσθηκε, ήτοι της ανθρωποκτονίας, ενώ το έγκλημα της σκοπούμενης πρόκλησης σωματικών απορροφάται από το τελευταίο.
Δικονομικά ζητήματα και αξιολόγηση αποδεικτικών μέσων
Πώς αξιολογεί το δικαστήριο τα αποδεικτικά μέσα;
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, κατ` επιλογή, προκειμένου να διαμορφώσει την κρίση του.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης.
Όταν εξαίρονται, δε, ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα υπόλοιπα.
Συμμετοχή στο έγκλημα: Απλή και άμεση συνέργεια
Τι είναι ο απλός συνεργός (Άρθρο 47 ΠΚ);
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 47 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, που έχει τον υπότιτλο “απλός συνεργός”, η οποία δεν διαφέρει της διάταξης του άρθρου 47 εδ. α` του νέου ΠΚ, «1.Όποιος εκτός από την περίπτωση της παρ.1 στοιχ. β` του προηγούμενου άρθρου, παρέσχε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται ως συνεργός με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83)».
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, απλή συνέργεια συνιστά οποιαδήποτε συνδρομή υλική ή ψυχική, θετική ή αποθετική, η οποία παρέχεται στον αυτουργό (χωρίς να είναι άμεση), εφόσον εκείνος που την παρέχει γνωρίζει ότι ο αυτουργός διαπράττει ορισμένο έγκλημα. Για την πράξη της απλής συνέργειας υποκειμενικά απαιτείται δόλος του συνεργού, ο οποίος συνίσταται στη γνώση της τέλεσης από τον αυτουργό ορισμένης αξιόποινης πράξης και στη βούληση ή αποδοχή να συμβάλει με την συνδρομή του στην πραγμάτωσή της, διευκολύνοντας τον αυτουργό.
Η συνδρομή του απλού συνεργού, όπως αναφέρθηκε, δύναται να είναι είτε υλική είτε ψυχική, πρέπει δε να συνδέεται αιτιωδώς με την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος.
Η ψυχική συνδρομή δύναται να παρασχεθεί με την ενεργό παρουσία του απλού συνεργού στον τόπο της πράξης, με την ενίσχυση της απόφασης που ο αυτουργός έχει πάρει για την τέλεση της πράξης καθώς και με την ενθάρρυνση αυτού καθ` οιονδήποτε τρόπο, όπως αυτή που γίνεται με φωνές, χειρονομίες, με την παρότρυνση για την τέλεση της πράξης ή την παροχή υπόσχεσης για συγκάλυψη του εγκλήματος με την εξάλειψη των ιχνών του.
Για να υπάρχει απλή συνέργεια θα πρέπει ο αυτουργός να τελέσει ή να αποπειράθηκε τουλάχιστον να τελέσει ποινικά άδικη πράξη. Ο δόλος του συνεργού, έγκειται στη θέληση ή αποδοχή παροχής συνδρομής στον αυτουργό, για να τελέσει την άδικη πράξη, καθώς και γνώση αυτού (με την έννοια της επίγνωσης – συνείδησης) ότι η συνδρομή του παρέχεται για την τέλεση της κύριας πράξης, ενώ άμεσος δόλος είναι αναγκαίος μόνο αν ανάλογο είδος δόλου απαιτείται για την κύρια πράξη.
Δικαιώματα του κατηγορουμένου και ακυρότητες της διαδικασίας
Πότε επιτρέπεται η ανάγνωση περικοπών της απολογίας του κατηγορουμένου;
Κατά το άρθρο 365 παρ. 2 ΚΠΔ, «Αν όσα εκθέτει στην απολογία του ο κατηγορούμενος είναι στο σύνολο τους ή εν μέρει διαφορετικά από όσα ο ίδιος εξέθεσε στην προδικασία, είναι δυνατό να του διαβαστούν οι αντίθετες περικοπές της απολογίας του κατά την ανάκριση».
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η ανάγνωση περικοπών και μόνον της έγγραφης απολογίας του κατηγορουμένου στην προδικασία είναι επιτρεπτή, μόνο στην περίπτωση που στο ακροατήριο απαντά ο κατηγορούμενος κάτι διαφορετικό από εκείνο που έχει καταθέσει στην προδικασία και όχι όταν απλώς αρνείται να απαντήσει σε κάποια ερώτηση χάριν της πληρέστερης προστασίας του δικαιώματος σιωπής αυτού. Δυνατότητα ανάγνωσης της απολογίας προς υποβοήθηση της μνήμης του κατηγορουμένου δεν προβλέπεται από την άνω διάταξη.
Έτσι, δεν επιτρέπεται η ανάγνωση και ειδικότερα, μαζί με τα άλλα αποδεικτικά έγγραφα της κατά την προδικασία ληφθείσας απολογίας του κατηγορουμένου και μάλιστα ολόκληρης, ανεξάρτητα από την τυχόν προβολή ή μη αντιρρήσεων για την ανάγνωσή της, εκ μέρους του κατηγορουμένου, διότι παραβιάζεται το δικαίωμα σιωπής και η αρχή της αμεσότητας που πρέπει να διέπει την ποινική διαδικασία.
Παραβίαση του δικαιώματος σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης
Η ανάγνωση, η λήψη υπόψη και η αξιοποίηση αποδεικτικά εκ μέρους του δικαστηρίου της απολογίας του κατηγορουμένου, η οποία δόθηκε στην προδικασία, δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ` ΚΠΔ, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, διότι αφορά στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου και ειδικότερα, το δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησής του, ως ειδικότερη έκφραση του δικαιώματος του για «δίκαιη δίκη», που εξασφαλίζει σ` αυτόν το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ, καθώς και το δικαίωμά του, από το άρθρο 223 παρ. 4 ΚΠΔ, να αρνηθεί την κατάθεση περιστατικών, από τα οποία θα μπορούσε να προκύψει η ενοχή του για αξιόποινη πράξη.
Η θεμελιώδης αυτή αρχή της σιωπής και μη αυτοενοχοποιήσεως διακηρύσσεται και από το άρθρο 14 παρ. 3 εδ. ζ` του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα (ΣΔΑΠΔ), που κυρώθηκε με το Ν. 2462/1997 και έχει την ισχύ που ορίζει το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά το οποίο κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα απολαύει, σε πλήρη ισότητα, μεταξύ των άλλων και την εγγύηση να μην εξαναγκάζεται να καταθέσει εναντίον του εαυτού του ή να ομολογήσει την ενοχή του.
Λήψη υπόψη εγγράφου που δεν αναγνώστηκε στο ακροατήριο
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333 παρ. 2, 362 και 367 ΚΠΔ, προκύπτει ότι η λήψη υπόψη από το δικαστήριο ως αποδεικτικού στοιχείου, για το σχηματισμό της κρίσεως του περί της ενοχής του κατηγορουμένου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο παραβιάζει την αρχή της προφορικότητας και δημοσιότητας της δίκης και την άσκηση του δικαιώματος του κατηγορουμένου από το άρθρο 358 του ίδιου Κώδικα να προβαίνει σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό στοιχείο και συνιστά απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ. δ` ΚΠΔ), η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α` ΚΠΔ, λόγο αναίρεσης.
Δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και συγκριτική στάθμιση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή από ποια αποδεικτικά μέσα προέκυψε η κάθε παραδοχή.
Όταν εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρέθηκαν ρητά, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης, γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά.
Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.
Τηλέψωνο: +30 213 0313 912
info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00






