Κοινώς επικίνδυνη βλάβη (άρθρο 273 Π.Κ.) -Ανάλυση, Ποινές, Έμπρακτη μετάνοια και δικαστική άφεση της ποινής (άρθρο 289 Π.Κ.).

Τι ορίζει το Άρθρο 273 ΠΚ για την Κοινώς Επικίνδυνη Βλάβη:

Στο άρθρο 273 ΠΚ, υπό τον τίτλο «Κοινώς επικίνδυνη βλάβη» ορίζεται ότι:«1. Όποιος καταστρέφει ή προξενεί βλάβη σε πράγμα δικό του ή ξένο, κινητό ή ακίνητο, όπως ηλεκτρικές εγκαταστάσεις, οικοδομικά ή άλλα έργα για την προστασία από φυσικές και άλλες καταστροφές, τιμωρείται:

 α) με φυλάκιση έως τρία (3) έτη αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα,

 β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους αν από την πράξη μπορεί να προκύψει κίνδυνος για άνθρωπο,

 γ) με κάθειρξη έως δέκα (10) έτη αν στην περίπτωση του στοιχείου β΄ η πράξη είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη, ή τον θάνατο άλλου. Αν προκλήθηκε ο θάνατος μεγάλου αριθμού ανθρώπων, το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών.

 2. Όποιος στις περιπτώσεις της προηγούμενης παραγράφου προκαλεί από αμέλεια την καταστροφή ή τη βλάβη από την οποία μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος για ξένα πράγματα ή κίνδυνος για άνθρωπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή.».Το άρθρο 273 τροποποιήθηκε ως άνω με το άρθρο 50 Ν.4855/2021,ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021.

Η έννοια του «Κοινού Κινδύνου» στο Ποινικό Δίκαιο:

Διαφορά συγκεκριμένης και αφηρημένης διακινδύνευσης:

Ποια έννομα αγαθά προστατεύονται;

Για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος αυτού, το οποίο αποτελεί κοινώς επικίνδυνο έγκλημα αφηρημένα συγκεκριμένης ή δυνητικής διακινδύνευσης [με την προγενέστερη διάταξη το έγκλημα είχε διαμορφωθεί ως συγκεκριμένης διακινδύνευσης (δηλαδή να προέκυψε ο κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο)], για το οποίο απαιτείται να μπορεί να προκύψει κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο από την αναφερόμενη στην παρ. 1 ενέργεια ή παράλειψη του δράστη.

Ως κοινός κίνδυνος νοείται εκείνος, ο οποίος αφορά σε ευρύτερο κύκλο έννομων αγαθών, σε έκταση που είναι ανεπίδεκτη προσδιορισμού εκ των προτέρων, είτε και σε ένα μόνο, που είναι όμως ακαθόριστο ως μέρος της ολότητας.

Υπαιτιότητα: Δόλος και Αμέλεια:

Το έγκλημα τελείται με δόλο κατά την παρ. 1 του του άρθρου 273 Π.Κ. και με αμέλεια κατά την παρ. 2 του άρθρου 273 Π.Κ. Η αμέλεια εννοείται υπό του όρους του άρθρου 28 του ΠΚ, από την οποία, προκλήθηκε ο ανωτέρω κίνδυνος.

Τα στοιχεία της πρόκλησης βλάβης από αμέλεια (α. 28 Π.Κ.):

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 28 του ίδιου Κώδικα, “από αμέλεια πράττει όποιος, από έλλειψη της προσοχής, την οποία όφειλε κατά τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει είτε δεν προέβλεψε το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκάλεσε η πράξη του, είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστεψε όμως ότι δεν θα επερχόταν”.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης της πρόκλησης κοινώς επικίνδυνης βλάβης από αμέλεια, απαιτείται:

α) να προέκυψε κοινός κίνδυνος σε ξένα πράγματα ή κίνδυνος σε άνθρωπο από ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, που έλαβε χώρα κατά τα αναφερόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 273,

β) μη καταβολή από τον δράστη της επιβαλλόμενης κατ` αντικειμενική κρίση προσοχής, την οποία οφείλει να καταβάλλει κάθε μετρίως συνετός και ευσυνείδητος άνθρωπος κάτω από τις ίδιες πραγματικές καταστάσεις, με βάση τους νομικούς κανόνες, τις συνήθειες που επικρατούν στις συναλλαγές και την κοινή, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, πείρα και λογική,

γ) δυνατότητα αυτού, σύμφωνα με τις προσωπικές του περιστάσεις, ιδιότητες, γνώσεις και ικανότητες και ιδίως εξαιτίας της υπηρεσίας ή του επαγγέλματός του, να προβλέψει και αποφύγει το επελθόν αξιόποινο αποτέλεσμα, το οποίο από έλλειψη της προαναφερόμενης προσοχής είτε δεν προέβλεψε (μη συνειδητή αμέλεια) είτε το προέβλεψε ως δυνατό, πίστευε, όμως, ότι δεν θα επερχόταν (ενσυνείδητη αμέλεια) και

δ) αντικειμενικός αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή παράλειψης του δράστη και του αποτελέσματος που επήλθε ως επακόλουθο της αμέλειάς του.

Τέλεση του αδικήματος με Παράλειψη (Άρθρο 15 ΠΚ):

Για τη θεμελίωση της κοινώς επικίνδυνης βλάβης, ως εγκλήματος που τελείται με παράλειψη, απαιτείται επιπλέον και η συνδρομή των όρων του άρθρου 15 ΠΚ, κατά το οποίο η μη αποτροπή του ορισμένου αποτελέσματος, που θέτει ο νόμος, τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια όταν ο υπαίτιος είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να παρεμποδίσει την επέλευση του αποτελέσματος.

Τι συνιστά «Ιδιαίτερη Νομική Υποχρέωση»;

Πρόκειται για ειδική μορφή εγκλήματος, όπου η επέλευση του εγκληματικού αποτελέσματος εξαιτίας της παράλειψης ισοδυναμεί νομικώς με την με ενέργεια παραγωγή αυτού, εφόσον συντρέχει η προβλεπόμενη από τον νόμο ιδιαίτερη νομική υποχρέωση.

Από την ως άνω διάταξη συνάγεται ότι αναγκαία προϋπόθεση της εφαρμογής της είναι η ύπαρξη ιδιαίτερης, δηλαδή ειδικής και όχι γενικής, υποχρέωσης του υπαιτίου προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, για την επέλευση του οποίου ο νόμος απειλεί ορισμένη ποινή.

Πηγές της νομικής υποχρέωσης για αποτροπή κινδύνου:

Η ιδιαίτερη αυτή νομική (όχι απλώς ηθική) υποχρέωση προς παρεμπόδιση της επέλευσης του βλαπτικού για ορισμένο έννομο αγαθό αποτελέσματος, συνιστά πρόσθετο στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, που τελείται με παράλειψη και δύναται να πηγάζει:

α) από ρητή, επιτακτικού χαρακτήρα, διάταξη του νόμου,

β) από σύμπλεγμα νομικών καθηκόντων, που συνδέονται με ορισμένη έννομη σχέση του υπόχρεου προς ενέργεια,

γ) από ειδική σχέση, που θεμελιώνεται είτε σε συμβατικό δεσμό, είτε και σε προηγουμένη ενέργεια του υπαιτίου της παράλειψης, δια της οποίας αυτός αναδέχθηκε εκουσίως την αποτροπή κινδύνων στο μέλλον,

δ) από ορισμένη προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου, από την οποία δημιουργήθηκε ο κίνδυνος επέλευσης του εγκληματικού αποτελέσματος.

Ήδη, στο άρθρο 15 του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ (ν. 4619/2019), που συμπορεύεται με την μέχρι τούδε νομολογία, σε σχέση με το στοιχείο της ιδιαίτερης νομικής υποχρεώσεως του δράστη δια παραλείψεως τελούμενου εγκλήματος, ορίζεται ότι:

“1. Όπου ο νόμος για την ύπαρξη αξιόποινης πράξης απαιτεί να έχει επέλθει ορισμένο αποτέλεσμα, η μη αποτροπή του τιμωρείται όπως η πρόκλησή του με ενέργεια, αν ο υπαίτιος της παράλειψης είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση να προβεί σε ενέργεια για την αποτροπή του αποτελέσματος. Η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση πηγάζει από νόμο, σύμβαση ή προηγούμενη επικίνδυνη ενέργεια του υπαιτίου. 2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων με παράλειψη ο δικαστής μπορεί να επιβάλλει μειωμένη ποινή (άρθρ. 83)”.

Σε αυτή την περίπτωση πρέπει στην αιτιολογία της καταδικαστικής απόφασης να αναφέρεται και η συνδρομή αυτής της υποχρέωσης, να εκτίθενται, δηλαδή, τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προσδιορίζεται η ιδιαίτερη νομική υποχρέωση του υπαιτίου να ενεργήσει, επιπροσθέτως δε, αν πηγάζει από επιτακτικό κανόνα δικαίου, να προσδιορίζεται και ο κανόνας αυτός, ήτοι n νομική διάταξη, στην οποία θεμελιώνεται η ιδιαίτερη υποχρέωση προς ενέργεια, που τείνει στην παρεμπόδιση του αποτελέσματος, ενώ, εάν η ιδιαίτερη αυτή νομική υποχρέωση προκύπτει από την ιδιότητα του υπαιτίου, δεν είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός αυτής από ειδική διάταξη νόμου (Ολ. ΑΠ 4/2010).

Αιτιώδης Σύνδεσμος: Η θεωρία του ισοδυνάμου των όρων:

Η πράξη ή η παράλειψη του δράστη τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με το επελθόν αποτέλεσμα, όταν αυτή, κατά την κοινή αντίληψη, είναι εκείνη, που από μόνη της ή μαζί με τη συμπεριφορά άλλου προσώπου βρίσκεται σε άμεση αιτιότητα προς το αποτέλεσμα.

Αρκεί, δηλαδή, προς θεμελίωση της ευθύνης, σύμφωνα με την κρατούσα θεωρία του ισοδυνάμου των όρων (υπό την παραλλαγή της ενεργού αιτίας), η πράξη ή η παράλειψη να ήταν ένας από τους παραγωγικούς όρους του αποτελέσματος, χωρίς τον οποίο δεν θα επερχόταν αυτό, αδιαφόρως αν για την πρόκλησή του συνέβαλαν και άλλοι όροι αμέσως ή εμμέσως (λ.χ. αμέλεια τρίτου ή ακόμα του παθόντος).

Ειδικότερα, στα εγκλήματα που τελούνται με παράλειψη, θεωρείται ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράλειψης και του επελθόντος εγκληματικού αποτελέσματος στην περίπτωση, κατά την οποία, αν δεν είχε συντρέξει η παράλειψη του υπαιτίου, αν γινόταν, δηλαδή, η επιβεβλημένη ενέργεια, που τελικά δεν έγινε, τότε με μεγάλη πιθανότητα, η οποία εγγίζει τα όρια της βεβαιότητας, θα αποτρεπόταν το συγκεκριμένο εγκληματικό αποτέλεσμα.

Έμπρακτη Μετάνοια και Δικαστική Άφεση Ποινής (Άρθρο 289 ΠΚ):

Κατά την διάταξη του άρθρου 289 ΠΚ: “1. Στις περιπτώσεις της παρ. 2 των άρθρων 264, 268, 270, 273, 275, 277 και 286, της παρ. 3 του άρθρου 279, και της παρ. 4 του άρθρου 285 ο υπαίτιος δεν τιμωρείται, αν με τη θέλησή του αποτρέψει τον κίνδυνο ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή του”.

2. Στις περιπτώσεις των εγκλημάτων του παρόντος Κεφαλαίου το δικαστήριο μπορεί να κρίνει την πράξη ατιμώρητη αν ο υπαίτιος με τη θέλησή του αποτρέψει την εξέλιξη του κινδύνου ή με τη γρήγορη αναγγελία του προς τις αρχές δώσει αφορμή για την αποτροπή της”.

Πότε ο υπαίτιος μένει ατιμώρητος;

Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ, στο άρθρο 289 ΠΚ: “Το κεφάλαιο των κοινώς επικίνδυνων εγκληµάτων κλείνει όπως και σήµερα µε µια γενική ρύθµιση για την έµπρακτη µετάνοια και τη δικαστική άφεση της ποινής.

Η έµπρακτη µετάνοια προϋποθέτει κατά τη ρύθµιση αποτροπή του κινδύνου ή αφορµή για αποτροπή αυτού από τις αρχές µετά από σχετική γρήγορη αναγγελία του δράστη µε την ελεύθερη θέλησή του.

Ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου η έµπρακτη µετάνοια αφορά όλα τα κοινώς επικίνδυνα εγκλήµατα που τελούνται από αµέλεια, αφού σ` αυτά δικαιολογείται και δικαιοπολιτικά το κίνητρο της υποχρεωτικής ατιµωρησίας στο δράστη, για να αποτραπεί τελικά ο κίνδυνος µιας κοινώς επικίνδυνης πράξης. Τέλος, ο δράστης αποκτά µε τη νέα ρύθµιση για τη δικαστική άφεση της ποινής ένα επιπλέον κίνητρο για την αποτροπή της εξέλιξης του κινδύνου ή για τη σχετική κινητοποίηση των αρχών ως προς αυτήν, και µάλιστα για όλο το φάσµα των κοινώς επικίνδυνων εγκληµάτων, είτε αυτά τελέστηκαν από δόλο είτε από αµέλεια.

Εδώ, βέβαια, δεν πρόκειται για υποχρεωτική ατιµωρησία και το δικαστήριο καλείται να κρίνει σε κάθε συγκεκριµένη περίπτωση, αν τα δεδοµένα αυτού του λόγου δικαστικής άφεσης της ποινής, σε συνδυασµό και µε τη γενικότερη φιλοσοφία των λόγων δικαστικής άφεσης όπως αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 104Β (βλ. το συνδυασµό της ειλικρινούς µετάνοιας µε µειωµένη ενοχή που οδηγεί στο να µην κρίνεται πλέον αναγκαία η επιβολή ποινής), επιτρέπουν την ατιµωρησία του δράστη”.

Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 289 ΠΚ, τα εγκλήματα, για τα οποία προβλέπεται η έμπρακτη μετάνοια ως λόγος εξάλειψης του αξιοποίνου, απαριθμούνται σ` αυτή με αναγραφή του άρθρου του ΠΚ, που τυποποιεί το σχετικό έγκλημα.

Η εξαντλητική απαρίθμηση αντανακλά την συνειδητή επιλογή του νομοθέτη να εξαλείφεται το αξιόποινο των εγκλημάτων, που η προσβολή τους μπορεί να αποκατασταθεί με την έμπρακτη μετάνοια, η οποία δεν προβλέπεται, δυνάμει μιας γενικής διάταξης, αλλά με ειδική πρόβλεψη περιοριστικά για συγκεκριμένα αδικήματα, που έχουν ως κοινό χαρακτηριστικό ότι η αποκατάσταση της προσβολής, μετά την ολοκλήρωση της αντικειμενικής και υποκειμενικής τους υπόστασης, είναι εφικτή από τη φύση τους ή από κοινωνική άποψη.

Η έμπρακτη μετάνοια ως αυτοτελής ισχυρισμός στο δικαστήριο.

Αυτοτελείς ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 171 παρ. 2 και 333 παρ. 2 του ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στον αποκλεισμό ή στη μείωση της ικανότητας προς καταλογισμό ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Η προβολή των ισχυρισμών αυτών απαιτείται να γίνεται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογούνται και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο αποτέλεσμα. Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει επί των ισχυρισμών αυτών ή να αιτιολογήσει ειδικά τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους.

Συνεπώς, η έμπρακτη μετάνοια και η δικαστική άφεση της ποινής κατ’ άρθρο 289 Π.Κ. προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας ως αυτοτελείς ισχυρισμοί.

Απευθυνθείτε στο δικηγορικό μας γραφείο για να μας αναθέσετε τον δικαστικό χειρισμό της σχετικής με κοινώς επικίνδυνης βλάβης υπόθεσής σας για τον ορθό χειρισμό της και την επιτυχή έκβαση της δίκης και απαλλαγή σας από κάθε κατηγορία.

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

δικηγορικό γραφείο tpv law-ποινικό δίκαιο

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Πρόσφατα Άρθρα

Κακουργηματική υπεξαίρεση από δημόσιο υπάλληλο (α. 375 παρ. 2 Π.Κ.) και το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος υπαλλήλου (α. 259 Π.Κ.):
21/04/2026
Ανακοπή για ακύρωση ταμειακών βεβαιώσεων της ΔΟΥ/ΑΑΔΕ (α. 217 ΚΔΔ):
16/04/2026
Ποινικό Μητρώο – Διαγραφή Ποινών από το Ποινικό Μητρώο (άρθρα 568 – 575 ΚΠΔ)
15/04/2026

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.