Απόλυση χωρίς καταβολή αποζημίωσης:
Πώς λύεται η εργασιακή σχέση;
Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας μπορεί να γίνει μονομερώς, είτε από τον εργοδότη, οπότε ονομάζεται και απόλυση, είτε από τον εργαζόμενο, οπότε μιλάμε για παραίτηση ή οικειοθελή αποχώρηση. Η καταγγελία ρυθμίζεται από το Ν. 2112/1920 (για τους υπαλλήλους), το Β.Δ. 16/1920 (για τους εργάτες) και το Ν. 3198/1955, όπως έχουν τροποποιηθεί σε μεταγενέστερο χρόνο, ιδιαιτέρως με τους Ν. 3863/2010, 3899/2010 και 4093/2012.
Ο πιο συνηθισμένος στην πράξη τρόπος λύσης της εργασιακής σχέσης είναι η καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη (απόλυση). Η καταγγελία εκ μέρους του εργοδότη διακρίνεται σε:
Πότε είναι έγκυρη και ισχυρή η καταγελία της σύμβασης εργασίας;
Προϋποθέσεις έγκυρης έκτακτης καταγγελίας:
Είτε πρόκειται για υπαλλήλους, είτε για εργατοτεχνίτες, εφόσον συνδέονται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για να είναι έγκυρη η απόλυσή τους πρέπει να τηρηθούν οι παρακάτω διατυπώσεις:
1) Έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας,
2) Καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης και
3) Καταχώρηση της απασχόλησης του απολυόμενου στα τηρούμενα για τον ΕΦΚΑ μισθολόγια και η ασφάλισή του (άρθρο 2 Ν. 2556/1997).
Ο εργοδότης υποχρεούται να αναγγέλλει, με ηλεκτρονική υποβολή του σχετικού εντύπου, στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εντός 4 εργασίμων ημερών από την ημέρα της καταγγελίας (άρθρο 38 Ν. 4488/2017). Η παράλειψη της τελευταίας αυτή υποχρέωση του εργοδότη δεν καθιστά την καταγγελία άκυρη, αλλά επιφέρει διοικητικές και ποινικές κυρώσεις για τον εργοδότη.
Όταν η διάρκεια της σύμβασης εργασίας είναι μικρότερη του 1 έτους, ο εργοδότης οφείλει να καταγγείλει εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, δηλαδή οφείλει να επιδώσει έγγραφη καταγγελία, χωρίς όμως να υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση.
Υποχρέωση κοινοποίησης: Κατά την έννοια του νόμου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας θεωρείται ισχυρή και έγκυρη και παράγει έννομα αποτελέσματα, μόνο αφότου περιέλθει στον απολυόμενο μισθωτό το έγγραφο της καταγγελίας. Δεν αρκεί να λάβει κανείς απλώς γνώση της απόλυσης, όπως π.χ. με προφορική ανακοίνωση από τον εργοδότη ή με την απλή επίδειξη του εγγράφου στο μισθωτό, αφού η απλή γνώση δεν πληροί το γράμμα, το πνεύμα και το σκοπό του νόμου. Στην πράξη, μετά την έναρξη λειτουργίας του ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ, συμπληρώνεται το Έντυπο Ε6 από τον εργοδότη και παραδίδεται στον απολυόμενο, ο οποίος υπογράφει σε ειδική θέση ότι έλαβε γνώση της καταγγελίας. Αντίγραφο του εν λόγω εντύπου χορηγείται και στον εργαζόμενο.
Ποιές οι συνέπειες μη τήρησης των προϋποθέσεων έγκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας;
Η μη τήρηση έστω και μίας από τις άνω διατυπώσεις της απόλυσης, επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας και υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζόμενου. Συνέπεια της υπερημερίας είναι η υποχρέωση του εργοδότη να καταβάλει τις αποδοχές του εργαζόμενου από την ημέρα της άκυρης απολύσεως μέχρι νέας τυχόν έγκυρης καταγγελίας ή οικειοθελούς αποχωρήσεως του εργαζόμενου ή μέχρι την ημέρα κατά την οποία ο εργοδότης θά αποδεχθεί εκ νέου τις υπηρεσίες του απολυθέντος εργαζόμενου.
Για να θεωρηθεί έγκυρη η απόλυση δεν αρκεί η απλή προσφορά της αποζημίωσης, αλλά απαιτείται και να καταβληθεί αυτή πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο στον απολυόμενο εργαζόμενο, με την έννοια ότι πρέπει να περιέλθει στα χέρια του.
Αν ο εργαζόμενος αποδεδειγμένα αρνείται ή δεν προσέρχεται να λάβει την αποζημίωση που του προσφέρει ο εργοδότης, υποχρεούται πλέον ο τελευταίος να την καταθέσει στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων.
Σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρείται νόμιμη η αποζημίωση που κατατίθεται απευθείας στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, χωρίς να έχει προηγηθεί η προσήκουσα προσφορά αυτής στον εργαζόμενο. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η απόλυση είναι άκυρη, όχι μόνο όταν δεν καταβληθεί η οριζόμενη από το Ν. 2112/1920 ή το Β.Δ. 16/1920 αποζημίωση, αλλά επίσης, και όταν δεν καταβληθεί η πέρα απ’ αυτή πρόσθετη χρηματική αποζημίωση που τυχόν έχει οριστεί με την ατομική σύμβαση εργασίας.
Παράλληλα, με την αποζημίωση απόλυσης, ο απολυόμενος εργαζόμενος δικαιούται να λάβει αποδοχές άδειας και επίδομα αδείας, όπως ορίζει ο νόμος.
Πότε είναι νόμιμη η απόλυση χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης;
Σε περίπτωση που ένας εργαζόμενος τελέσει ποινικό αδίκημα, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις.
Σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ΦΕΚ, μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μηνύσεως ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία.
Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.
Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ’ αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της συμβάσεως.
Λεπτομέρειες:
Το αδίκημα πρέπει να είναι αξιόποινο (τουλάχιστον πλημμέλημα) και να έχει διαπραχθεί κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας ή να έχει άμεση σχέση με αυτή.
Ο εργοδότης πρέπει να καταγγείλει τη σύμβαση εγγράφως.
Πρέπει να έχει υποβληθεί μήνυση/έγκληση ή να έχει απαγγελθεί κατηγορία πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
Σε περίπτωση τέλεσης ποινικού αδικήματος από τον εργαζόμενο, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση χωρίς προειδοποίηση.
Συνοπτικά, η καταγγελία σύμβασης εργασίας χωρίς αποζημίωση λόγω τέλεσης ποινικού αδικήματος είναι δυνατή υπό προϋποθέσεις, οι οποίες σχετίζονται με το είδος του αδικήματος, τη σχέση του με την εργασία και την τήρηση της νόμιμης διαδικασίας.
Είμαστε στη διάθεσή σας για οποιαδήποτε ερώτηση ή απορία που αφορά την υπόθεσή σας.
Τηλέψωνο: +30 213 0313 912
info@tpvlaw.gr Δευτέρα – Παρασκευή 09:00-17:00






