Ευθύνη τράπεζας προς αποζημίωση – Αδικοπραξία – Ακύρωση Δικαιοπραξίας λόγω πλάνης- απάτης- απειλής (914, 141, 147, 151, 153 Α.Κ.): Η ευθύνη τράπεζας προς αποζημίωση προκύπτει από τις διατάξεις του Α.Κ.

Από τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου ως άνω κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Η έννοια της ευθύνης τράπεζας προς αποζημίωση είναι κρίσιμη στην αδικοπραξία.

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 919 του Α.Κ., όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Με τη διάταξη αυτή, που αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα της διάταξης του άρθρου 914 του Α.Κ., ανάγεται σε αυτοτελή αδικοπραξία, που γεννά υποχρέωση προς αποζημίωση, καθώς επίσης και προς καταβολή χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, η κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά του υπαίτιου, εφόσον αυτή έγινε με πρόθεση επαγωγής ζημίας.

Προϋποθέσεις δε εφαρμογής της εν λόγω διάταξης (919 Α.Κ.) είναι:

α) συμπεριφορά του δράστη (πράξη ή παράλειψη αναγόμενη σε άσκηση δικαιώματος), που αντίκειται στα χρηστά ήθη, β) πρόθεση του δράστη για την επαγωγή ζημίας, έστω και με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, γ) πρόκληση της ζημίας αυτής σε άλλον και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της αντίθετης στα χρηστά ήθη συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας του άλλου, υπάρχει δε αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης του δράστη και της ζημίας, η οποία επήλθε στον άλλο, όταν η πράξη ή η παράλειψη, από μόνη της, ήταν ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά λαμβανόμενη, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Περαιτέρω, από τη διάταξη (του άρθρου 914 Α.Κ.), σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 Α.Κ. και 386 ΠΚ προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος.

Αυτή υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, την εσφαλμένη (σφαλερή) αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για την γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε.

Πάντως, δεν εμπίπτουν στην έννοια του γεγονότος του άρθρου 386 του ΠΚ τα περιστατικά που αναφέρονται στο μέλλον, τα λεγόμενα “εσωτερικά” γεγονότα και οι αξιολογικές κρίσεις, ούτε συνιστά παράσταση ψευδούς γεγονότος εν τη εννοία του ως άνω άρθρου 386 του ΠΚ η διαβεβαίωση ότι στο μέλλον θα πραγματοποιηθεί κάποιο περιστατικό ούτε και η ψευδής υπόσχεση που δίδεται με πρόθεση να μην τηρηθεί ή εν γνώσει του υποσχόμενου ότι δεν θα είναι σε θέση να την τηρήσει.

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται την δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 Α.Κ., απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση ή ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ` αυτόν που τα αγνοούσε, επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε την δήλωσή του.

Άρθρο 147 – Αστικός Κώδικας – Δήλωση ως συνέπεια απάτης

Κατά τη διάταξη του άρθρου 140 ΑΚ, αν κάποιος καταρτίζει δικαιοπραξία και η δήλωσή του δεν συμφωνεί, από ουσιώδη πλάνη, με τη βούλησή του, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 141 ΑΚ, η πλάνη είναι ουσιώδης όταν αναφέρεται σε σημείο τόσο σπουδαίο για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν το πρόσωπο γνώριζε την προσωπική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η πλάνη κατά τη δήλωση της βουλήσεως, δηλαδή η διάσταση μεταξύ δηλώσεως και βουλήσεως, συνεπεία εσφαλμένης γνώσεως από τον δηλούντα της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βουλήσεως πραγματικής καταστάσεως, παρέχει στον πλανηθέντα το δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας, όταν είναι ουσιώδης.

Η πλάνη αυτή μπορεί να αφορά ακόμη και στο περιεχόμενο της δηλώσεως, έστω και αν έχει σχέση με το δίκαιο, δηλαδή με το είδος της δικαιοπραξίας ή τη νομική ενέργεια κάποιου όρου ή με τις έννομες συνέπειες της δηλώσεως.

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 1187/2021, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Άρθρο 141 – Αστικός Κώδικας – Πλάνη ουσιώδης

Περαιτέρω, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία. Είναι όμως δυνατόν μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία.

Τούτο συμβαίνει όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 του Α.Κ. να μην προκαλεί κανείς σε άλλον υπαιτίως ζημία ή και αν, ακόμα πιο γενικά, όταν η ενέργεια χωρίς να συνιστά παράβαση συγκεκριμένου απαγορευτικού ή επιτακτικού κανόνα δικαίου, είναι αντίθετη στο γενικότερο πνεύμα του ή στις καθόλου επιταγές της έννομης τάξης, εφόσον ενέχει παράβαση των γενικών υποχρεώσεων που επιβάλλουν να μην προσβάλλει κανείς το πρόσωπο ή τα προστατευόμενα υλικά ή ηθικά αγαθά του άλλου (ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1120/2005).

Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 150, 151, 152 ΑΚ, όποιος εξαναγκάστηκε σε δήλωση βούλησης με απειλή, που ασκήθηκε παράνομα ή αντίθετα προς τα χρηστά ήθη από τον άλλο ή από τρίτο, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και παράλληλα την ανόρθωση κάθε άλλης ζημίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (αρθρ.914 επ. ΑΚ), εφόσον η απειλή περιέχει και τους όρους της αδικοπραξίας, είτε να αποδεχθεί τη δικαιοπραξία και να ζητήσει μόνο την ανόρθωση της ζημίας του, θετικής και αποθετικής, δηλαδή να απαιτήσει αποζημίωση, κατά την έκταση που δικαιούται σε κάθε αδικοπραξία (ΑΠ 715/2011).

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις η απειλή αντιμετωπίζεται στο δίκαιο υπό δύο έννοιες, ήτοι:

α) ως λόγος που καθιστά ελαττωματική τη βούληση του απειληθέντος, εξαιτίας της οποίας δικαιούται να ζητήσει την ακύρωση της δήλωσής του και β) ως αδικοπρακτική συμπεριφορά του απειλήσαντος, η οποία γεννά σε βάρος του υποχρέωση αποζημίωσης, κατά το άρθρο 914 του ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει.

Ως αδικοπρακτική δε συμπεριφορά δόλια και αντικείμενη στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 150, 281, 288 και 919 του ΑΚ, ιδρύει αυτοτελή και πρωτογενή υποχρέωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι αυτής, δηλαδή η ζημία και ο αιτιώδης σύνδεσμος της με την (δόλια) συμπεριφορά του υπαιτίου (ΑΠ 247/2018, ΑΠ 631/2015).

Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 150-151 του ΑΚ, απειλή είναι η εξαγγελία κάποιου κακού για τον απειλούμενο, με την οποία ο τελευταίος περιάγεται σε κατάσταση ψυχολογικής πιέσεως και συνεπεία της οποίας αυτός φρονεί, ότι πρέπει να προβεί στην υπό του απειλούντος επιδιωκόμενη δήλωση βουλήσεως, προκειμένου να αποφύγει την επέλευση του κακού.

Για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων απαιτείται:

α) απειλή επικείμενου κακού για τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα, την ελευθερία, την τιμή και την περιουσία του απειλουμένου ή των προσώπων, που συνδέονται στενότατα με αυτόν, β) ο κίνδυνος επελεύσεως του κακού να είναι άμεσος και σπουδαίος, δηλαδή επικείμενος και πραγματικός και να είναι ικανός και προκαλέσει φόβο σε έμφρονα άνθρωπο, γ) η απειλή να έγινε προς το σκοπό να εξαναγκάσει τον απειλούμενο σε δήλωση, να οδήγησε πράγματι στη δήλωση βουλήσεως και μάλιστα παράνομα ή εναντίον των χρηστών ηθών.

Η απειλή πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή το εξαγγελλόμενο κακό πρέπει να αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου. Επομένως, δεν μπορεί να συνίσταται στην άσκηση νόμιμου δικαιώματος. Εναλλακτικά, όμως, μπορεί να πρόκειται για ανήθικη απειλή, όταν το εξαγγελλόμενο κακό αντίκειται στα χρηστά ήθη ή δεν τελεί σε συνάφεια η απειλή με την επιδιωκόμενη δήλωση βούλησης, παρότι αποτελεί άσκηση νόμιμου δικαιώματος ή όταν το απειλούμενο κακό δεν αποτελεί το κατάλληλο μέσο για το σκοπό που επιδιώκεται και ο επιδιωκόμενος ή ο απειλούμενος σκοπός είναι αντίθετος προς τα χρηστά ήθη. 

Άρθρο 153 – Αστικός Κώδικας – Απειλή από τρίτον

Άρθρο 151 – Αστικός Κώδικας

Από δε τις διατάξεις των άρθρων 154 και 155 ΑΚ, που ορίζουν αντίστοιχα ότι “Η ακύρωση δικαιοπραξίας λόγω πλάνης, απάτης ή απειλής επέρχεται με δικαστική απόφαση, την ακύρωση έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν μόνον αυτός που πλανήθηκε ή απατήθηκε ή απειλήθηκε και οι κληρονόμοι τους” και ότι “Η αγωγή για ακύρωση απευθύνεται κατά του άλλου συμβαλλόμενου αν πρόκειται για μονομερή δικαιοπραξία, απευθύνεται κατά εκείνου που αντλεί άμεσα από αυτήν έννομο συμφέρον”, συνάγονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:

α) Η ακύρωση επέρχεται με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, η οποία ισχύει αναδρομικά και αναπτύσσει συνέπειες έναντι όλων.

Μέχρι τότε η ακυρώσιμη δικαιοπραξία αναπτύσσει πλήρη νομική ενέργεια και μόνο μετά την απαγγελλόμενη με τελεσίδικη, όπως προαναφέρθηκε, δικαστική απόφαση ακύρωσή της εξομοιώνεται με την εξαρχής άκυρη λογιζόμενη ως μη γενόμενη.

Μάλιστα, ακόμη και στην περίπτωση που η ακύρωση ακυρώσιμης δικαιοπραξίας ασκείται με ένσταση, απλή επίκληση της ακυρωσίας της δικαιοπραξίας, χωρίς ταυτόχρονη άσκηση του δικαιώματος ακύρωσης, δεν αρκεί και έτσι δεν μπορεί καν να εξετασθεί παρεμπιπτόντως ως απλή ακυρωσία (δυνατότητα ακύρωσης), εφόσον η ακύρωση, κατά τα ανωτέρω, απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση.

β) Ενάγοντες, κατά τη διάταξη του άρθρου 154 εδ. β ΑΚ, μπορούν να είναι μόνον αυτός που πλανήθηκε, απατήθηκε ή απειλήθηκε, ενώ, σχετικά με τα πρόσωπα εναντίον των οποίων ζητείται η ακύρωση, η ΑΚ 155 διακρίνει ανάμεσα σε συμβάσεις και μονομερείς δικαιοπραξίες και έτσι, όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι σύμβαση, εναγόμενος είναι ο αντισυμβαλλόμενος του πλανηθέντος, απατηθέντος ή απειληθέντος και οι κληρονόμοι του.

Όταν η ακυρώσιμη δικαιοπραξία είναι μονομερής απευθυντέα, εναγόμενος είναι ο λήπτης της δήλωσης και, σε περίπτωση που είναι μη απευθυντέα, εναγόμενος είναι αυτός που αντλεί άμεσα έννομο συμφέρον από τη δικαιοπραξία.

Αδικοπρακτική ευθύνη τραπεζικού ιδρύματος από πλάνη-απάτη υποψήφιου πελάτη σχετικά με επενδυτικά προϊόντα της τράπεζας:

Ευθύνη αποζημίωσης με βάση την διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ. έχει και εκείνος που αποσιωπά ουσιώδεις πληροφορίες ή παραλείπει να ενημερώσει για επικείμενο κίνδυνο, εφόσον ο αποσιωπήσας ή παραλείψας έχει την υποχρέωση να παράσχει πληροφορίες ή να ενημερώσει τον ζημιωθέντα. Τέτοια υποχρέωση παροχής πληροφοριών ή ενημέρωσης μπορεί να απορρέει από τη σύμβαση, την καλή πίστη ή από τον νόμο.

Η πρόκληση βλάβης στην περιουσία ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελίωσης αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των άρθρων 298, 330, 914 Α.Κ.

Άλλωστε, με βάση το νόμο 3606/2007 (που αφορά στη λειτουργία των ανώνυμων εταιρειών παροχής επενδυτικών υπηρεσιών) ένα τραπεζικό ίδρυμα που διαθέτει επενδυτικά προϊόντα πρέπει να παρέχει στους πελάτες του επενδυτικές υπηρεσίες διαμέσου υπαλλήλων πιστοποιημένων και να λάβει προηγουμένως διά των υπαλλήλων του αυτών το επενδυτικό προφίλ του υποψήφιου καταθέτη- επενδυτή (μέσω συμπλήρωσης ερωτηματολογίων και περαιτέρω έρευνας), ώστε να δύνανται οι υπάλληλοι να προβούν σε έλεγχο καταλληλότητας και συμβατότητας των προτεινόμενων επενδυτικών προϊόντων με το προφίλ του υποψήφιου επενδυτή.

Ειδικότερη μορφή παραβίασης των κανόνων των α. 298, 330, 914 Α.Κ. αποτελεί η εκ μέρους της τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού.

Υπό την έννοια αυτή οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται μεταξύ άλλων και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στον συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί τη μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει μόνος του τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει αν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας την σχετική εντολή στην αντισυμβαλλόμενη αυτού τράπεζα. 

Στο δικηγορικό μας γραφείο, με τους εξειδικευμένους σε δύσκολες υποθέσεις Αστικού Δικαίου νομικούς μας, έχουμε χειριστεί με επιτυχία υποθέσεις αποζημιωτικής ευθύνης τρίτων υπέρ εντολέων μας, μεταξύ των οποίων υποθέσεις αδικοπραξίας και απάτης από τραπεζικά ιδρύματα. Σε περίπτωση που σας απασχολεί υπόθεση εξαπάτησής σας και θέλετε να ασκήσετε αστική αγωγή αποζημίωσης μπορείτε να απευθυνθείτε στο δικηγορικό μας γραφείο για να λάβετε τον κατάλληλο νομικό χειρισμό και της δικής σας υπόθεσης.

Διαβάστε εδώ (σε απόσπασμα καθότι πολυσέλιδη) δεκτή δικαστική απόφαση, που αποζημιώνει εντολέα μας με υπέρογκο χρηματικό ποσό για απάτη που υπέστη από τραπεζικό ίδρυμα:

https://tpvlaw.gr/wp-content/uploads/2026/04/Δεκτή-απόφαση-τακτικής-αποζημίωση-από-τράπεζα-απάτη.pdf

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

δικηγορικό γραφείο tpv law-ποινικό δίκαιο

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Related Posts

Πρόσφατα Άρθρα

Επικοινωνία γιαγιάδων- παππούδων με το εγγόνι: α. 1520 Α.Κ.:
11/04/2026
Πειθαρχικό Δίκαιο- Πειθαρχικά παραπτώματα και ποινές (Ν. 3528/2007).
11/04/2026
Παραμέληση εποπτείας ανηλίκου- α. 360 Π.Κ.
15/02/2026

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.