Πτώχευση φυσικού προσώπου και δικαίωμα στη σύνταξη (α. 22 παρ. 5 Σ., ν. 4738/2020, α. 982 παρ. 2 περ. δ’ ΚΠολΔ).
Πολύ συχνά μας ρωτάτε αναφορικά με το εάν η κήρυξη φυσικού προσώπου σε πτώχευση επιφέρει απώλεια ή περιορισμό του δικαιώματός του στη λήψη σύνταξης, καθώς και ποια είναι η νομική μεταχείριση των συνταξιοδοτικών παροχών στο πλαίσιο της πτωχευτικής διαδικασίας.
Ισχύον Νομικό Πλαίσιο:
Κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, το κράτος μεριμνά για την κοινωνική ασφάλιση των εργαζομένων, όπως νόμος ορίζει. Από τη διάταξη αυτή απορρέει το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα στη σύνταξη.
Άρθρο 22 – Σύνταγμα της Ελλάδος – Προστασία της εργασίας
2. Σύμφωνα με τον ν. 4738/2020 (άρθρα 92 επ.), η πτώχευση καταλαμβάνει την πτωχευτική περιουσία του οφειλέτη, ήτοι τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν οικονομική αξία και είναι δεκτικά αναγκαστικής εκτέλεσης.
3. Κατά το άρθρο 982 παρ. 2 περ. δ΄ ΚΠολΔ, εξαιρούνται της κατάσχεσης απαιτήσεις διατροφικού χαρακτήρα. Η σύνταξη, σύμφωνα με πάγια άποψη θεωρίας και νομολογίας, έχει κατ’ εξοχήν διατροφικό χαρακτήρα.
Άρθρο 982 – Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
4. Περαιτέρω, το άρθρο 20 του ν. 4161/2013 καθιερώνει όρια ακατάσχετου για συντάξεις και ασφαλιστικές παροχές, προς διασφάλιση ενός ελάχιστου επιπέδου αξιοπρεπούς διαβίωσης.
Συγκεκριμένα ορίζεται ότι:
Απαιτήσεις από καταθέσεις σε πιστωτικά ιδρύματα είναι ακατάσχετες μέχρι του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ και των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ σε περίπτωση κοινού λογαριασμού. Από το προηγούμενο εδάφιο εξαιρείται ως δανειστής το Δημόσιο, για το οποίο ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 (Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, Α΄ 90). Με δήλωση του καταθέτη προς ένα εκ των πιστωτικών ιδρυμάτων προσδιορίζεται ο λογαριασμός για τον οποίο θα ισχύει το ακατάσχετο. Καταθέσεις που αφορούν σε μισθούς ή συντάξεις ή ασφαλιστικές παροχές προσδιορίζονται υποχρεωτικά ως τέτοιες και κατά το υπερβάλλον του ποσού του ανωτέρω εδαφίου α΄ καταλαμβάνονται από τις διατάξεις του άρθρου 982 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Άρθρο 20 – Νόμος 4161/2013 | Νομοθεσία
Η νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων έχει επανειλημμένως κρίνει ότι η σύνταξη δεν συνιστά απλό περιουσιακό δικαίωμα, αλλά παροχή κοινωνικοασφαλιστικού χαρακτήρα. Ενδεικτικώς:
– ΑΠ 1397/2009: Ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι οι συνταξιοδοτικές παροχές εξυπηρετούν σκοπούς διατροφής και διαβίωσης του δικαιούχου και υπόκεινται σε ειδικό καθεστώς προστασίας.
– ΑΠ 7/2017: Έγινε δεκτό ότι το δικαίωμα στη σύνταξη έχει προσωπικό χαρακτήρα και δεν δύναται να αποξενωθεί πλήρως από τον δικαιούχο.
– ΕφΑθ 1683/2014: Κρίθηκε ότι η σύνταξη, στο μέτρο που καλύπτει βασικές βιοτικές ανάγκες, δεν εντάσσεται στην πτωχευτική περιουσία.
Συμπεράσματα:
Υπό το φως των ανωτέρω, προκύπτει ότι η κήρυξη φυσικού προσώπου σε πτώχευση δεν επιφέρει απώλεια του δικαιώματος στη σύνταξη. Πρόκειται για προσωπικό, αδιαπραγμάτευτο και συνταγματικά προστατευόμενο κοινωνικοασφαλιστικό δικαίωμα. Το δικαίωμα λοιπόν στη σύνταξη παραμένει ακέραιο, αν και η πραγματική είσπραξη των ποσών μπορεί να επηρεάζεται από τους γενικούς κανόνες περί κατάσχεσης εισοδημάτων και τις ειδικές ρυθμίσεις της πτωχευτικής νομοθεσίας.
Τυχόν ένταξη μέρους της σύνταξης στη σφαίρα ικανοποίησης των πιστωτών μπορεί να λάβει χώρα μόνον εντός των αυστηρών ορίων που θέτει η νομοθεσία περί ακατάσχετου και πάντοτε με γνώμονα τη διασφάλιση της αξιοπρεπούς διαβίωσης του πτωχού. Δηλαδή η σύνταξη δεν εντάσσεται αυτοδικαίως στην πτωχευτική περιουσία, ωστόσο τα καταβαλλόμενα ποσά σύνταξης μπορούν υπό προϋποθέσεις να λαμβάνονται υπόψη ως εισόδημα του πτωχού, με σεβασμό πάντοτε στα νομοθετημένα όρια ακατάσχετου.
Κατά συνέπεια, η πτώχευση δεν συνεπάγεται στέρηση του δικαιώματος λήψης σύνταξης. Οποιαδήποτε διαφορετική ερμηνεία θα αντέκειτο τόσο στο Σύνταγμα όσο και στην πάγια νομολογία των ελληνικών δικαστηρίων.
Απευθυνθείτε στο εξειδικευμένο στο κοινωνικοασφαλιστικό- συνταξιοδοτικό δίκαιο δικηγορικό μας γραφείο και στους πιστοποιημένους για έκδοση συντάξεων δικηγόρους μας με σχετικούς μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών και πιστοποίηση στον e-Efka για την απονομή συντάξεων για να μας αναθέσετε την έκδοση της σύνταξης που δικαιούστε.
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.