
Sextortion (Σεξουαλικός Εκβιασμός): Νομική Αντιμετώπιση και Προστασία των Θυμάτων από Εξειδικευμένο Δικηγόρο (α. 385 Π.Κ.)
Το φαινόμενο του Sextortion (σεξουαλικός εκβιασμός μέσω διαδικτύου) γνωρίζει έξαρση τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα ψυχοφθόρα μορφή εγκλήματος του κυβερνοχώρου (cybercrime), όπου ο δράστης απειλεί να δημοσιοποιήσει ευαίσθητο οπτικοακουστικό υλικό (φωτογραφίες ή βίντεο προσωπικών στιγμών) του θύματος, αν το τελευταίο δεν ενδώσει σε απαιτήσεις για καταβολή χρημάτων, παροχή περαιτέρω υλικού ή σεξουαλικές χάρες.
Στο δικηγορικό γραφείο TPV Law, αντιμετωπίζουμε κάθε υπόθεση sextortion με απόλυτη εχεμύθεια, ταχύτητα και εξειδίκευση, προστατεύοντας την προσωπικότητα και την ιδιωτική ζωή των εντολέων μας.
Πώς τελείται το Sextortion; Η Μεθοδολογία των Δραστών στο Διαδίκτυο
Ο σεξουαλικός εκβιασμός συνήθως ακολουθεί ένα συγκεκριμένο και καλά μελετημένο μοτίβο, εκμεταλλευόμενος την ανθρώπινη ψυχολογία:
- Η Παγίδευση (Cyberbaiting & Catfishing) :
Ο δράστης προσεγγίζει το θύμα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (Instagram, Facebook, TikTok) ή σε πλατφόρμες γνωριμιών (Tinder), χρησιμοποιώντας συχνά ένα ψεύτικο, ιδιαίτερα ελκυστικό προφίλ (catfishing).
- Η Ανταλλαγή Υλικού (Sexting) :
Μέσα από τη συνομιλία, καλλιεργείται κλίμα εμπιστοσύνης, το οποίο οδηγεί στην ανταλλαγή φωτογραφιών ή βίντεο με γενετήσιο περιεχόμενο (sexting).
- Ο Εκβιασμός:
Μόλις ο δράστης αποκτήσει το υλικό, αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο. Απειλεί να στείλει το υλικό στην οικογένεια, τους φίλους ή τους συναδέλφους του θύματος (τους οποίους έχει ήδη εντοπίσει και αποθηκεύσει από τις λίστες φίλων του θύματος). Οι απαιτήσεις αφορούν συνήθως χρήματα, τα οποία ζητά επίμονα σε κρυπτονομίσματα (Bitcoin) ή μέσω διεθνών υπηρεσιών μεταφοράς χρημάτων
Η Νομική Αντιμετώπιση του Sextortion στην Ελλάδα και ο Ποινικός Κώδικας
Στο ελληνικό ποινικό δίκαιο, ο όρος «sextortion» δεν αποτελεί αυτοτελές έγκλημα με αυτή την ονομασία. Ωστόσο, η πράξη διώκεται αυστηρά μέσα από έναν ισχυρό συνδυασμό διατάξεων του Ποινικού Κώδικα (ΠΚ) και ειδικών νόμων.
1. Το έγκλημα της εκβίασης (Άρθρο 385 ΠΚ)
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 385 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 91 του ν. 4855/2021 (ΦΕΚ Α` 215/2-11-2021):
1. Όποιος, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή τρίτος παράνομο περιουσιακό όφελος, εξαναγκάζει άλλον με βία ή απειλή σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του εξαναγκαζομένου ή άλλου τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.
2. Αν η πράξη της προηγούμενης παραγράφου, τελέστηκε με σωματική βία εναντίον προσώπου ή με απειλές ενωμένες με επικείμενο κίνδυνο σώματος ή ζωής τιμωρείται σύμφωνα με όσα ορίζονται στις παρ. 1 και 2 του άρθρου 380 ΠΚ.
3. Η εκβίαση τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή αν ο υπαίτιος μεταχειρίστηκε βία ή απειλή βλάβης της επιχείρησης, του επαγγέλματος, του λειτουργήματος ή άλλης δραστηριότητας που ασκεί ο εξαναγκαζόμενος ή άλλος ή προσφέρθηκε να παρέχει ή παρέχει προστασία για την αποτροπή πρόκλησης τέτοιας βλάβης από τρίτον. Αν την παραπάνω πράξη τέλεσε πρόσωπο που διαπράττει τέτοιες πράξεις κατ’ επάγγελμα, επιβάλλεται κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή.
Άρθρο 385 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Εκβίαση
Τι απαιτείται νομικά για τη στοιχειοθέτηση της εκβίασης;
Για τη συγκρότηση της μεν αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της εκβίασης απαιτείται εξαναγκασμός κάποιου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, βλαπτική για την περιουσία του εξαναγκαζόμενου ή τρίτου, με βία ή με απειλή, ικανή να αποκλείσει την αυτοπροαίρετη απόφασή του, της δε υποκειμενικής του υπόστασης α) γνώση του δράστη ότι με την ασκούμενη βία ή απειλή περιάγεται ο παθών σε καταναγκαστική κατάσταση, β) θέληση του δράστη να εξαναγκάσει τον παθόντα σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, από την οποία επέρχεται ζημία στην περιουσία του ίδιου ή τρίτου και γ) επιπλέον σκοπός του δράστη να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος (υπερχειλής υποκειμενική υπόσταση).
Ο σκοπός αυτός υπάρχει όταν ο υπαίτιος γνωρίζει ότι το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει δεν αποτελεί αντικείμενο νόμιμης απαίτησης, δηλαδή ότι δεν στηρίζεται σε κάποια νόμιμη αξίωσή του κατά του παθόντος, καθώς επίσης και όταν στη συγκεκριμένη περίπτωση η προς πραγμάτωση νόμιμης απαίτησης εφαρμογή του μέσου της βίας ή της απειλής αποδοκιμάζεται από το δίκαιο εμφανιζόμενη ως άξια μομφής.
Ο εξαναγκασμός, ως στοιχείο του εγκλήματος της εκβίασης, έγκειται στην άσκηση βίας ή απειλής, δια της οποίας περιάγεται ο άλλος σε τρόμο και ανησυχία, στρέφεται δε η βία ή η απειλή κατά της ελευθερίας της περιουσιακής διάθεσης, με σκοπό να καμφθεί η βούληση του εξαναγκαζόμενου και να οδηγηθεί σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, ενώ η επαπειλούμενη σε βάρος του εξαναγκαζόμενου ενέργεια δεν απαιτείται να είναι παράνομη, διότι εκβίαση συνιστά όχι αυτή καθ’ ` εαυτή η άσκηση εξουσίας ή δικαιώματος, αλλά η απειλή άσκησής τους προς επίτευξη του σκοπού που αναφέρεται στο άρθρο 385 ΠΚ.
Η απειλή μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή, συναγόμενη από τον τρόπο εκδήλωσης και τη συμπεριφορά του δράστη, άμεση ή έμμεση, να έχει διατυπωθεί εγγράφως ή προφορικώς και, τέλος, αμέσως από τον δράστη ή μέσω τρίτου προσώπου. Δεν αποκλείεται και μία προειδοποίηση ή σύσταση να περιέχει μία υποκρυπτόμενη απειλή. Είναι δε αδιάφορο, αν αυτός που διατύπωσε την απειλή ήταν αποφασισμένος να την πραγματοποιήσει ή αν ήταν πραγματοποιήσιμη ή όχι.
2. Παραβίαση Προσωπικών Δεδομένων (Ν. 4624/2019 & GDPR)
Η κατοχή, επεξεργασία και απειλή δημοσιοποίησης εικόνων που αφορούν τη στενά προσωπική ή γενετήσια ζωή ενός ατόμου συνιστά παραβίαση της νομοθεσίας για τα προσωπικά δεδομένα. Η παράνομη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σε ορισμένες περιπτώσεις, τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος (ειδικά αν πραγματοποιείται με σκοπό να προσπορίσει σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή πρόκληση βλάβης).
Σύμφωνα με το προϊσχύον άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997: “
«Όποιος χωρίς δικαίωμα επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε αρχείο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών ή τα αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, καταστρέφει, επεξεργάζεται, μεταδίδει, ανακοινώνει, τα καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή επιτρέπει στα πρόσωπα αυτά να λάβουν γνώση των εν λόγω δεδομένων ή τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο, τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή και αν πρόκειται για ευαίσθητα δεδομένα με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή τουλάχιστον ενός εκατομμυρίου (1.000.000) έως δέκα εκατομμυρίων (10.000.000) δραχμών, αν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα από άλλες διατάξεις».
Ποινές και Κακουργηματικές Μορφές (Άρθρο 38 Ν. 4624/2019)
Στο άρθρο 38 του Ν. 4624/2019, που ήδη ισχύει, κατ` άρθρο 87 αυτού, από 29-8-2019, ορίζεται ότι:
1. Όποιος, χωρίς δικαίωμα:
α) επεμβαίνει με οποιονδήποτε τρόπο σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, και με την πράξη του αυτή λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών·
β) τα αντιγράφει, αφαιρεί, αλλοιώνει, βλάπτει, συλλέγει, καταχωρεί, οργανώνει, διαρθρώνει, αποθηκεύει, προσαρμόζει, μεταβάλλει, ανακτά, αναζητεί πληροφορίες, συσχετίζει, συνδυάζει, περιορίζει, διαγράφει, καταστρέφει,
τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός (1) έτους, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
2. Όποιος χρησιμοποιεί, μεταδίδει, διαδίδει, κοινολογεί με διαβίβαση, διαθέτει, ανακοινώνει ή καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α΄ της παραγράφου 1 ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών, τιμωρείται με φυλάκιση, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
3. Εάν η πράξη της παραγράφου 2 αφορά ειδικών κατηγοριών δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του άρθρου 9 παράγραφος 1 του ΓΚΠΔ ή δεδομένα που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα ή τα σχετικά με αυτά μέτρα ασφαλείας του άρθρου 10 του ΓΚΠΔ, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή έως εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εάν η πράξη δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη.
4. Με κάθειρξη μέχρι δέκα (10) ετών τιμωρείται ο υπαίτιος των πράξεων των προηγούμενων παραγράφων, εάν είχε σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή να προκαλέσει περιουσιακή ζημία σε άλλον ή να βλάψει άλλον και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
5. Εάν από τις πράξεις των παραγράφων 1 έως και 3 προκλήθηκε κίνδυνος για την ελεύθερη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος ή για την εθνική ασφάλεια, επιβάλλεται κάθειρξη και χρηματική ποινή έως τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ.
6. Τα κακουργήματα που προβλέπονται στο παρόν άρθρο υπάγονται στην αρμοδιότητα του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων.
Περαιτέρω, στο άρθρο 44 παρ. 1 στοιχ. α`, β`, στ` και θ` του ν. 4624/2019 ορίζεται ότι:
«1. Για τους σκοπούς του παρόντος Κεφαλαίου νοούνται ως:
α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο (“υποκείμενο των δεδομένων”), το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως σε όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου,
β) «επεξεργασία»: κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται, με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση, η διάδοση ή κάθε άλλη μορφή διάθεσης, η συσχέτιση ή ο συνδυασμός, ο περιορισμός, η διαγραφή ή η καταστροφή* (…), στ) «σύστημα αρχειοθέτησης» κάθε διαρθρωμένο σύνολο δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια, είτε το σύνολο αυτό είναι συγκεντρωμένο είτε αποκεντρωμένο είτε κατανεμημένο σε λειτουργική ή γεωγραφική βάση (…),
θ) «αποδέκτης» το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, η δημόσια αρχή, η υπηρεσία ή άλλος φορέας, προς τα οποία κοινολογούνται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε πρόκειται για τρίτον είτε όχι. (…)”.
Τι απαιτείται νομικά για τη στοιχειοθέτηση τους αδικήματος της παραβίασης προσωπικών δεδομένων;
Για την αντικειμενική θεμελίωση του αδικήματος σε αμφότερες τις διατάξεις (άρθρο 38 ν. 4624/2019 και προϊσχύον άρθρο άρθρο 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997) απαιτείται:
α) η ύπαρξη δεδομένων, που περιλαμβάνονται σε «αρχείο», υπό την έννοια του προμνημονευθέντος άρθρου 2 περ. ε` του ν. 2472/1997 ή σε “σύστημα αρχειοθέτησης”, υπό την έννοια του άρθρου 44 του ν. 4624/2019, ήτοι διαρθρωμένου συνόλου δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσιτά με γνώμονα συγκεκριμένα κριτήρια,
β) υποκείμενο των δεδομένων, δηλαδή το φυσικό πρόσωπο, στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα και του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί,
γ) να πρόκειται για δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, όπως αυτά ορίζονται με τις προαναφερθείσες διατάξεις,
δ) η επέμβαση τρίτου χωρίς δικαίωμα στο συγκεκριμένο αρχείο, με οποιονδήποτε τρόπο και η περιέλευση σε γνώση του των δεδομένων του αρχείου.
Η ειδοποιός διαφορά στη νέα διάταξη (άρθρο 38 του ν. 4624/2019), που δεν μεταβάλλει όμως τη βασική νομοτυπική μορφή του αδικήματος, είναι η λεπτομερέστερη περιγραφή των επιμέρους μορφών, υπό τις οποίες εκδηλώνεται η τέλεση της συγκεκριμένης πράξης, αφού πρόκειται για υπαλλακτικώς μικτό έγκλημα, δηλαδή για έγκλημα, του οποίου η αντικειμενική υπόσταση μπορεί να πραγματωθεί με περισσότερους εναλλακτικούς τρόπους συμπεριφοράς.
Ειδικότερα:
ενώ στην προϊσχύσασα διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 2472/1997 παρατίθενται διαζευκτικά, πλην της βασικής μορφής της επέμβασης τρίτου χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, η λήψη γνώσης, η αφαίρεση, η αλλοίωση, η βλάβη, η καταστροφή, η επεξεργασία (χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό), η μετάδοση, η ανακοίνωση των προσωπικών δεδομένων, η πράξη του να τα καθιστά ο δράστης προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή του να επιτρέπει σ` αυτά να λάβουν γνώση των δεδομένων ή να τα εκμεταλλεύεται με οποιονδήποτε τρόπο,
με τη νέα διάταξη του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, πλην της βασικής μορφής, της επέμβασης στο σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που διαλαμβάνεται στην παρ. 1α`, εκ της οποίας ο δράστης λαμβάνει γνώση των δεδομένων αυτών και επέρχεται διακινδύνευση του έννομου αγαθού των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα – πληροφοριακής αυτοδιάθεσης, στην παρ. 1β` παρατίθενται λεπτομερώς όλες οι δυνατές μορφές, που μπορούν να λάβουν χώρα, στο πλαίσιο της παράνομης επεξεργασίας των αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, οπότε προκαλείται βλάβη του έννομου αγαθού.
Έτσι, η διάταξη αυτή του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 συμπεριέλαβε επιπλέον και την αντιγραφή, συλλογή, καταχώριση, οργάνωση, διάρθρωση, αποθήκευση, προσαρμογή, μεταβολή, ανάκτηση πληροφοριών, συσχέτιση, συνδυασμό, περιορισμό, διαγραφή των αρχείων προσωπικών δεδομένων, αποβλέποντας στην κατά το δυνατόν ευρύτερη προστασία του θεμελιώδους ατομικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και σφαίρα.
Η προβλεπόμενη στην παράγραφο 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 πράξη συνιστά «έγκλημα χρήσης», αποτελεί δε ήπια διακεκριμένη μορφή τέλεσης του αδικήματος, απειλούμενη με ποινή φυλάκισης μέχρι πέντε (5) ετών.
Ειδικότερα δε, με την ως άνω διάταξη θεσπίζεται, ως αυτοτελές αδίκημα, η χρησιμοποίηση, από μη δικαιούχο πρόσωπο, των δεδομένων αρχείου προσωπικού χαρακτήρα, με την προσθήκη και άλλων μορφών χρήσης, ήτοι της μετάδοσης, διάδοσης, κοινολόγησης με διαβίβαση, διάθεσης, ανακοίνωσης, καθώς και των περιπτώσεων που ο υπαίτιος καθιστά προσιτά σε μη δικαιούμενα πρόσωπα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία απέκτησε σύμφωνα με την περίπτωση α` της παραγράφου 1 (δηλαδή με την χωρίς δικαίωμα επέμβασή του σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα) ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών.
Για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του ως άνω αδικήματος, απαιτείται:
α) η ύπαρξη «συστήματος αρχειοθέτησης», που περιέχει προσωπικά δεδομένα,
β) η μη ύπαρξη δικαιώματος επεξεργασίας τους,
γ) η αναφερόμενη στο εδάφιο α` της πρώτης παραγράφου μορφή επενέργειας σε αυτά και
δ) η επιπρόσθετη συμπεριφορά του δράστη, συνιστάμενη στη χρησιμοποίηση, μετάδοση, διάδοση, κοινολόγηση με διαβίβαση, διάθεση, ανακοίνωση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε μη δικαιούμενα πρόσωπα ή όταν ο δράστης καθιστά προσιτά ή επιτρέπει σε μη δικαιούμενα πρόσωπα να λάβουν γνώση των δεδομένων αυτών.
Η κατά τα προαναφερόμενα επέμβαση σε «αρχείο» ή «σύστημα αρχειοθέτησης» προϋποθέτει θετική ενέργεια, η οποία να έχει ως συνέπεια την λήψη γνώσης του περιεχομένου των δεδομένων, με οποιονδήποτε τρόπο, ακόμα δηλαδή και με τους αναφερόμενους στο εδάφιο β` της παρ. 1 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 τρόπους επεξεργασίας, ήτοι με την αντιγραφή, αφαίρεση, αλλοίωση, βλάβη, συλλογή, καταχώρηση, οργάνωση, διάρθρωση, αποθήκευση, προσαρμογή, μεταβολή, ανάκτηση, αναζήτηση πληροφοριών, συσχέτιση, συνδυασμό, περιορισμό, διαγραφή ή καταστροφή.
Τέτοια ενέργεια αποτελεί, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4624/2019, η χωρίς δικαίωμα «εισβολή – εισχώρηση» απ` έξω σε σύστημα αρχειοθέτησης.
Επομένως, για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, που προβλέπεται στις διατάξεις του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, απαιτείται η αυθαίρετη «εισβολή» – «εισχώρηση» σε σύστημα αρχειοθέτησης, οπότε, αν δεν λάβει χώρα τέτοια ενέργεια και τα δεδομένα αυτά περιήλθαν σε γνώση του χρήστη χωρίς να ερευνήσει αυτός κάποιο αρχείο ή χωρίς να του τα έχει μεταδώσει τρίτος, κατόπιν αυθαίρετης επέμβασης σε αρχείο, τότε δεν πληρούται η νομοτυπική μορφή του αδικήματος.
Εξάλλου, στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4624/2019, για το άρθρο 38 αυτού, αναφέρεται ότι: «Χωρίς δικαίωμα ενεργεί ο δράστης στις παραγράφους 1, 2 και 3 όταν τελεί τις παραπάνω πράξεις χωρίς να υφίσταται σχετική διάταξη νόμου, που να του το επιτρέπει ή ενεργεί καθ` υπέρβαση άλλης νομικής πράξης (λ.χ. εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας, σύμβασης κ.ο.κ.)».
Συνάγεται, δηλαδή, ότι στην προστατευτική εμβέλεια του νόμου υπάγονται και οι περιπτώσεις παράνομης επεξεργασίας δεδομένων, τα οποία νομίμως έχει στην κατοχή του ο δράστης – αυτουργός του αδικήματος (λχ. λόγω συγκατάθεσης του υποκειμένου τους ή λόγω επεξεργασίας αυτών για άλλον σκοπό), αλλά τα επεξεργάζεται για διαφορετικό σκοπό από αυτόν, για τον οποίο συναίνεσε το υποκείμενό τους ή εν αγνοία του τελευταίου, ήτοι καθ` υπέρβαση του δικαιώματός του.
Για τη στοιχειοθέτηση δε της υποκειμενικής υπόστασης του αδικήματος της παραβίασης προσωπικών δεδομένων των εδαφίων α` και β` της παρ. 1 και της παρ. 2 του άρθρου 38 του ως άνω νόμου 4624/2019 απαιτείται δόλος, αρκούντος και του ενδεχόμενου (ΑΠ 852/2024, ΑΠ 414/2024).
Περαιτέρω, η κτήση των προσωπικών δεδομένων με επέμβαση χωρίς δικαίωμα σε αρχείο, ως στοιχείο για τη θεμελίωση της πράξης της παρ. 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019, δεν προϋποθέτει απαραιτήτως και αποκλειστικά παράνομη επέμβαση από τον ίδιο τον, εν συνεχεία, χρήστη στο αρχείο, αφού ερμηνεία της νέας διάταξης υπό την εκδοχή της ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο αυτού που επενέβη παράνομα στο αρχείο με αυτόν που προέβη στην αυθαίρετη χρησιμοποίηση του προϊόντος τέτοιας επέμβασης ουδόλως συνάγεται ευθέως από τη γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης.
Άλλωστε, η ως άνω άποψη περί αναγκαιότητας ταύτισης στο ίδιο πρόσωπο των πιο πάνω ιδιοτήτων, σχετικά με την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης, δεν συνάγεται ούτε και με τελολογική ερμηνεία αυτής.
Τούτο, διότι, τυχόν παραδοχή της άποψης αυτής θα οδηγούσε προδήλως σε καταστρατήγηση του σκοπού του νόμου και στο απευκταίο αποτέλεσμα της νομιμοποίησης της ανεξέλεγκτης χρήσης των αρχείων προσωπικών δεδομένων, καθόσον, αυτός μεν που επενέβη παρανόμως σε αρχείο και στη συνέχεια το παρέδωσε σε τρίτο, πιθανώς θα παρέμενε άγνωστος, ο δε χρήστης των παρανόμως κτηθέντων δεδομένων, λόγω του ότι δεν επενέβη ο ίδιος στο αρχείο, αλλά τρίτος, που του τα διέθεσε, θα παρέμενε ατιμώρητος.
Συνακόλουθα, η ρητή μνεία της απόκτησης από τον χρήστη των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, υπό τους όρους της παρ. 1α` του άνω άρθρου, δηλαδή μετά από παράνομη επέμβαση σε αρχείο, εκφράζει τη βούληση του νομοθέτη να θέσει την προϋπόθεση αυτή ως στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυθαίρετης χρησιμοποίησης των προσωπικών δεδομένων, ως προϊόντων τέτοιας επέμβασης, χωρίς να ενδιαφέρει ποιος επενέβη στο αρχείο, δηλαδή ο ίδιος ή τρίτος, κατ` αντιδιαστολή με την περίπτωση που δεν έχει γίνει τέτοια επέμβαση και ο φερόμενος ως δράστης γνωρίζει τα διαδιδόμενα με άλλον τρόπο, οπότε, δεν στοιχειοθετείται αντικειμενικώς το εν λόγω έγκλημα.
Προσθέτως, επισημαίνεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του προβλεπόμενου στην παράγραφο 2 του άρθρου 38 του ν. 4624/2019 «εγκλήματος χρήσης», εφόσον η παράνομη επέμβαση δεν έγινε από τον υπαίτιο, δεν απαιτείται ο τελευταίος (υπαίτιος) να απέκτησε τα προσωπικά δεδομένα απευθείας από εκείνον που επενέβη χωρίς δικαίωμα σε αρχείο ή σύστημα αρχειοθέτησης, αλλά μπορεί να τα απέκτησε και από οποιονδήποτε ενδιάμεσο τρίτο, αρκεί, σε κάθε περίπτωση, να γνωρίζει ο δράστης ότι τα προσωπικά αυτά δεδομένα προέρχονται από παράνομη επέμβαση σε αρχείο ή σύστημα αρχειοθέτησης, πράγμα που πρέπει να προκύπτει.
Sextortion μέσω Smartphone: Τι ισχύει νομικά;
Αρχεία προσωπικών δεδομένων, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, μπορούν να υπάρξουν και στις σύγχρονες βιντεοκάμερες και τα έξυπνα τηλέφωνα, που διαθέτουν λογισμικά προγράμματα, στα οποία ο κάτοχός τους καταχωρίζει σε ξεχωριστά αρχεία προσωπικά δεδομένα, όπως φωτογραφίες, βίντεο (ταινίες), κ.λ.π., τα οποία (αρχεία), όταν είναι πολλά, είναι διαρθρωμένα σε φακέλους και υποφακέλους, όπως και στους ηλεκτρονικούς υπολογιστές.
Δηλαδή, τα αρχεία, που αποθηκεύονται στις συσκευές αυτές, μπορεί να αποτελούν διαρθρωμένα σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία είναι προσβάσιμα με βάση συγκεκριμένα κριτήρια και, συνεπώς, με την αυθαίρετη επέμβαση σ` αυτά και τη μη σύννομη χρήση των δεδομένων τους μπορεί να στοιχειοθετηθούν τα αδικήματα του άρθρου 38 παρ. 1 και 2 του ν. 4624/2019 (ΑΠ 947/2022).
3. Εκδικητική Πορνογραφία (Revenge Porn – Άρθρο 346 ΠΚ)
Αν το υλικό δημοσιοποιηθεί, εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη μη συναινετική διανομή πορνογραφικού υλικού, οι οποίες έχουν αυστηροποιηθεί σημαντικά, επιφέροντας ποινές φυλάκισης ή κάθειρξης και χρηματικές ποινές.
Στο άρθρο 346 ΠΚ ορίζεται:
1. Όποιος χωρίς δικαίωμα κοινολογεί σε τρίτο πρόσωπο ή αναρτά σε κοινή θέα, πραγματική, αλλοιωμένη ή σχεδιασμένη εικόνα ή κάθε είδους οπτικό ή οπτικοακουστικό υλικό, στο οποίο αποτυπώνεται μη δημόσια πράξη άλλου που αφορά στη γενετήσια ζωή του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών (3) ετών και χρηματική ποινή.
2. Όποιος απειλεί άλλον ότι θα τελέσει τις πράξεις της παρ. 1 τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους. Αν ο υπαίτιος της πράξης του προηγούμενου εδαφίου εξαναγκάζει άλλον σε πράξη ή παράλειψη ή ανοχή για την οποία αυτός δεν έχει υποχρέωση, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον δύο (2) ετών.
3. Με κάθειρξη έως οκτώ (8) έτη και χρηματική ποινή τιμωρείται η πράξη της παρ. 1 αν τελείται:
α) με ανάρτηση στο διαδίκτυο ή σε μέσο κοινωνικής δικτύωσης με αόριστο αριθμό αποδεκτών,
β) από ενήλικο και αφορά σε ανήλικο,
γ) σε βάρος νυν ή πρώην συζύγου ή συντρόφου του υπαιτίου ή σε βάρος προσώπου που συνοικεί με αυτόν ή έχει μαζί του σχέση εργασίας ή υπηρεσίας ή βρίσκεται υπό την επιμέλεια ή την προστασία του ή δεν μπορεί να υπερασπίσει τον εαυτό του,
δ) με σκοπό να προσπορίσει ο υπαίτιος στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος.
4. Αν κάποια από τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων οδήγησε το θύμα σε απόπειρα αυτοκτονίας επιβάλλεται κάθειρξη και χρηματική ποινή. Αν η πράξη του προηγούμενου εδαφίου οδήγησε στο θάνατο επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα (10) ετών και χρηματική ποινή.
Για μια εκτενή νομική ανάλυση του αδικήματος της εκδικητικής πορνογραφίας κατ’ άρθρο 346 ΠΚ, μπορείτε να διαβάσετε το σχετικό μας άρθρο εδώ: https://tpvlaw.gr/ekdikitiki-pornografia-revenge-porn-346-p-k-nomothesia.
Τι πρέπει να κάνετε αν πέσετε θύμα Sextortion;
Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα: Μην ενδώσετε στις απειλές και μην πληρώσετε χρήματα. Η εμπειρία δείχνει ότι η καταβολή χρημάτων δεν σταματά τον εκβιαστή, αλλά αντίθετα τον οδηγεί στο να ζητήσει περισσότερα.
Ακολουθήστε τις παρακάτω οδηγίες:
- Κρατήστε αποδεικτικά στοιχεία: Μην διαγράψετε τις συνομιλίες. Τραβήξτε screenshots (στιγμιότυπα οθόνης) από το προφίλ του δράστη, τα μηνύματα, τις απειλές και τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού ή του συνδέσμου που σας έστειλε.
- Διακόψτε κάθε επικοινωνία: Μην απαντάτε στα μηνύματά του. Κάντε αναφορά (report) και μπλοκάρετε τον λογαριασμό του, αφού πρώτα κρατήσετε τα αποδεικτικά στοιχεία.
- Ασφαλίστε τους λογαριασμούς σας: Αλλάξτε κωδικούς πρόσβασης στα social media και ενεργοποιήστε τον έλεγχο ταυτότητας δύο παραγόντων (2-Factor Authentication).
- Απευθυνθείτε σε εξειδικευμένο δικηγόρο ψηφιακών εγκλημάτων: Η έγκαιρη παρέμβαση ενός εξειδικευμένου δικηγόρου είναι καθοριστική για τον χειρισμό της υπόθεσης με ασφάλεια.
Άμεσες ενέργειες σε υπόθεση Sextortion
Η διαχείριση μιας υπόθεσης σεξουαλικού εκβιασμού απαιτεί λεπτούς χειρισμούς, ταχύτητα και εξειδικευμένες νομικές ενέργειες.
- Ψηφιακή Ιχνηλάτηση – Εντοπισμός των ψηφιακών ιχνών του δράστη (IP addresses) και άμεση κατάθεση μήνυσης.
- Διαδικασίες «Take Down», αίτημα στις πλατφόρμες (Meta, Google, κλπ.) για την άμεση αφαίρεση, κατέβασμα και τον αποκλεισμό του υλικού, σε περίπτωση σε περίπτωση που ο δράστης έχει προλάβει να το διαρρεύσει..
Μπορεί να με αναλάβει το TPV LAW στην σχετική ποινική μου υπόθεση;
Σαφώς μπορούμε να αναλάβουμε την δική σας υπόθεση, με διακριτικότητα και αξιοπιστία και τους πιο έμπειρους ποινικολόγους. Επικοινωνήστε σήμερα με το δικηγορικό γραφείο TPV Law για μια απόλυτα εμπιστευτική συμβουλευτική συνεδρία.
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.



