Το έγκλημα του 372 Π.Κ. –ΚλοπήΚλοπή-διακεκριμένη κλοπή (α.374 Π.Κ.)-Κλοπή μεταφορικού μέσου (α. 374Α Π.Κ.):

Κατά τη διάταξη του ισχύοντος προ της 1-7-2019 άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ: “Όποιος αφαιρεί (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών”,

ενώ με την επιεικέστερη διάταξη του ισχύοντος από 1-7-2019 άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ:

 “Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή”.

Ακόμη, με το άρθρο 86 του ν. 4855/2021, τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 ΠΚ ως προς την ποινή και διαγράφηκε η περίπτωση τέλεσης κλοπής με διάρρηξη και έτσι το άρθρο 372 παρ. 1 ΠΚ διαμορφώθηκε ως εξής:

 “Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή”.

Άρθρο 372 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Κλοπή



Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που προστατεύει το δικαίωμα ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα παράνομα.

Η αφαίρεση συνίσταται στην άρση της επί του κινητού πράγματος υφιστάμενης ξένης κατοχής και τη θεμελίωση νέας επ` αυτού κατοχής από τον δράστη ή τρίτο προς τον σκοπό της παράνομης ιδιοποίησής του, στην έννοια δε της κατοχής, που εκφράζει εξουσίαση κάποιου προσώπου σε σχέση με ένα πράγμα, περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση για την εξουσίασή του.

Η αφαίρεση αυτή απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς την συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος.

Η αξία του αντικειμένου της κλοπής δεν αποτελεί στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασής της, εφόσον δεν χαρακτηρίσθηκε ως κλοπή με αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας.

Για την αξία δε του αντικειμένου της κλοπής, ως ιδιαίτερα μεγάλης, κρίνει κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας, καθόσον ο προσδιορισμός της αξίας ενός αντικειμένου, ως μεγάλης ή μικρής, αποτελεί ζήτημα πραγματικό και κρίνεται κυριαρχικά από το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τις συνθήκες της αγοράς, που διαμορφώνουν κάθε φορά την αντικειμενική αξία των πραγμάτων, από την απλή συναλλακτική σύγκριση των οποίων συνάγεται περαιτέρω η ουσιαστική κρίση, αν αυτή (αξία) είναι ή όχι ιδιαιτέρως μεγάλη ή ευτελής (ΑΠ 805/2023, ΑΠ 185/2023, ΑΠ 425/2022, ΑΠ 1332/2022).

Υποκειμενική υπόσταση- δόλος:

Όσον αφορά στον δόλο, που απαιτείται κατ` άρθρο 26 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αυτός συνίσταται, σύμφωνα με το άρθρο 27 του ίδιου Κώδικα, στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που, κατά τον νόμο, απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης πράξης.

 Όταν αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και συγκεκριμένα είτε η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος), είτε η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης), ο δόλος απαιτεί ιδιαίτερη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας της δικαστικής απόφασης αρκεί ο κατ` είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Απόπειρα κλοπής:

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ΠΚ, “Όποιος έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει κακούργημα ή πλημμέλημα, επιχειρεί πράξη που περιέχει τουλάχιστον αρχή εκτέλεσης, τιμωρείται, αν το κακούργημα η πλημμέλημα δεν ολοκληρώθηκε, με ποινή ελαττωμένη (άρθρο 83 ΠΚ)”.

Μετά δε την ισχύ του νέου Ποινικού Κώδικα, η διατύπωση της ως άνω διάταξης του άρθρου 42 παρ. 1 ΠΚ, άλλαξε ως εξής: “1. Όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την, περιγραφόμενη στο νόμο, αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)”.

Μεταξύ της προγενέστερης διατύπωσης και της ήδη ισχύουσας, δεν υπάρχει ουσιώδης μεταβολή, καθόσον πρόκειται για διαφορετική περιγραφή του ίδιου ουσιαστικά πράγματος, δηλαδή της αρχής εκτέλεσης στην απόπειρα, που είναι η πράξη με την οποία αρχίζει η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, καθώς και εκείνη η ενέργεια, που τελεί σε τέτοια συνάφεια και οργανικό δεσμό με την πράξη, ώστε θεωρείται, κατά την κοινή αντίληψη, τμήμα αυτής, που αμέσως οδηγεί στην πράξη, αν από οποιονδήποτε λόγο δεν ανακοπεί (ΑΠ 952/2022, ΑΠ 949/2022).

Έτσι, το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο ευθύς ως εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου, θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία έστω και για ελάχιστο χρόνο (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 23/2020).

Συνεπώς, τα στοιχεία που συνθέτουν την έννοια της απόπειρας, σωρευτικά, πλην της μη ολοκλήρωσης του εγκληματικού αποτελέσματος, υπό την ισχύ του νέου άρθρου είναι : α) η απόφαση τέλεσης εγκλήματος, που συνίσταται στην έννοια του δόλου και β) η αρχή εκτελέσεως του εγκλήματος, που σημαίνει ότι αρχίζει να πραγματώνεται το έγκλημα. Απαιτείται οπωσδήποτε να έχει εκπληρωθεί ένα μέρος/τμήμα της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος, τέτοιο που να οδηγεί, αν δεν υπάρξουν εμπόδια, στην ολοκλήρωση του εγκληματικού σκοπού.

Αυτοτελείς ισχυρισμοί στην κλοπή:

Η επιβαλλόμενη, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, πρέπει να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής.

Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγούν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.

Διαφορετικά, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να δικαιολογήσει, ειδικά, τη σιωπηρή ή ρητή απόρριψή τους (Ολ. ΑΠ 2/2005).

Τέτοιος αυτοτελής ισχυρισμός, η απόρριψη του οποίου πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου περί εκούσιας υπαναχώρησης από απόπειρα τέλεσης εγκλήματος, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην απαλλαγή από την ποινή και συνιστά προσωπικό λόγο εξάλειψης του αξιοποίνου, κατ` άρθρο 44 παρ.1 του ΠΚ, που αντιστοιχεί στο ταυτάριθμο άρθρο του προϊσχύσαντος ΠΚ.

Με την τελευταία αυτή διάταξη ειδικότερα ορίζεται ότι “η απόπειρα μένει ατιμώρητη αν ο δράστης, αφού άρχισε την εκτέλεση της αξιόποινης πράξης, δεν την ολοκλήρωσε με τη θέλησή του και όχι από εξωτερικά εμπόδια”. Ο αυτοτελής αυτός ισχυρισμός πρέπει να είναι ορισμένος διαφορετικά απορρίπτεται ως αόριστος.

Ισχυρισμοί, όμως, οι οποίοι αποτελούν άρνηση αντικειμενικού ή υποκειμενικού στοιχείου του εγκλήματος και, συνεπώς, της κατηγορίας ή απλά υπερασπιστικά επιχειρήματα, δεν είναι αυτοτελείς υπό την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια και, συνακόλουθα, το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να αποφανθεί επ` αυτών με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.

Έτσι, η άρνηση από τον κατηγορούμενο του νομικού χαρακτηρισμού της πράξης, που του αποδίδεται, δεν συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό, αλλά άρνηση της κατηγορίας, όπως κατά τα αντικειμενικά και υποκειμενικά της στοιχεία εξειδικεύεται στην απόφαση (ΑΠ 1262/2019).

Διακεκριμένη κλοπή:

Άρθρο 374 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)

Κατά την διάταξη [374] του ισχύοντος από 1-7-2019 νέου ΠΚ “η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν: α]…β]…ή γ] η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ”.

Η νομοτυπική μορφή της πράξης της κλοπής δεν έχει αλλάξει αφού κλοπή και πάλι διαπράττει όποιος αφαιρεί ξένο [ολικά ή εν μέρει] κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, πλην όμως η διάταξη του άρθρου 374 παρ.1 του νέου Π Κ είναι επιεικέστερη απ’ αυτήν του προηγούμενου Π.Κ., αφού από τις αναφερόμενες σ`αυτή περιπτώσεις διακεκριμένων κλοπών απαλείφθηκαν οι ενδιαφέρουσες εν προκειμένω περιπτώσεις των κλοπών που τελέστηκαν από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες και της κατ`επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης τους, που έχουν καταστεί πλέον από κακούργημα πλημμέλημα εκτός αν η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ.

Η ως άνω διάταξη είναι επίσης επιεικέστερη και έναντι της μεταγενέστερης αντίστοιχης διάταξης, όπως αυτή ισχύει από τις 18-11-2019, σύμφωνα με την οποία η κλοπή διατηρεί τον κακουργηματικό χαρακτήρα της και όταν, μεταξύ άλλων, τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν οργανωθεί με σκοπό την τέλεση κλοπών [άρθρο 374 παρ.1 περ.δ`ΠΚ].

Κλοπή μεταφορικού μέσου:

Άρθρο 374Α – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)

Αν υποβληθεί αυτοτελής ισχυρισμός για το ότι δεν πρόκειται για διακεκριμένη κακουργηματική κλοπή, αλλά για απλή κλοπή πράγματος ή ότι πρόκειται για κλοπή χρήσης μεταφορικού μέσου, που οδηγούν στην επιεική πλημμεληματική μεταχείριση του δράστη, ανακύπτει υποχρέωση για ειδική αιτιολόγηση της κρίσεως του δικαστηρίου, αν το αντικείμενο της κλοπής είναι απλή ή διακεκριμένη ή αν πρόκειται για κλοπή μεταφορικού μέσου ή όχι, αντίστοιχα.


Aπευθυνθείτε στο δικηγορικό μας γραφείο που διαθέτει εξειδικευμένους στο Ποινικό Δίκαιο νομικούς με σχετικές μεταπτυχιακές σπουδές στην κατεύθυνση ποινικού δικαίου της Νομικής Σχολής Αθηνών και άριστες επιδόσεις στα ποινικά ακροατήρια για να μας αναθέσετε την επιτυχή διεκπεραίωση της σχετικής ποινικής σας υπόθεσης.

Ποινικολόγος του γραφείου μας πέτυχε την έκδοση αθωωτικής απόφασης σε αδίκημα κλοπής ιδιαίτερα μεγάλης αξίας! Πρόκειται για εξαιρετική επιτυχία του γραφείου μας.

Δείτε την απόφαση εδώ:

https://tpvlaw.gr/ΑΘΩΩΤΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΚΛΟΠΗ ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΜΕΓΑΛΗΣ ΑΞΙΑΣ.pdf

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

tpv law

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Related Posts

Πρόσφατα Άρθρα

Παραμέληση εποπτείας ανηλίκου- α. 360 Π.Κ.
15/02/2026
Κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας (ρευματοκλοπή) και κλοπή ύδατος κατ’ εξακολούθηση α. 372 Π.Κ. & 98 Π.Κ.
11/02/2026
Νέα εργατική νομοθεσία: Ν. 5239/2025- Τι ισχύει για το 13ωρο εργασίας- για την 4ήμερη εργασία και την έκτακτη βάρδια; Ποιές αλλαγές έρχονται με τον νέο νόμο;
08/02/2026

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.