
Κλοπή ηλεκτρικής ενέργειας (ρευματοκλοπή) και κλοπή ύδατος κατ’ εξακολούθηση α. 372 Π.Κ. & 98 Π.Κ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του ν. ΠΚ:
1. Όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός (1) έτους και χρηματική ποινή.
2. Κινητό πράγμα θεωρείται κατά τον Κώδικα και η ηλεκτρική και κάθε άλλης μορφής ενέργεια.
Άρθρο 372 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019) – Κλοπή
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει και υπό την ισχύ του νέου ΠΚ, το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο, ολικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα.
Η κατοχή λαμβάνεται όχι υπό τη νομική έννοια του αστικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια της δυνατότητας ασκήσεως φυσικής και πραγματικής επί του πράγματος εξουσίας και διαθέσεως αυτού, κατά τον προορισμό του, ο σκοπός δε παράνομης ιδιοποιήσεως ταυτίζεται με τον σκοπό να έχει οριστικά το πράγμα ο υπαίτιος στην ιδιοκτησία του, δηλαδή να το οικειοποιηθεί, να το κατακρατήσει και να το διαθέτει ως κύριος.
Η αφαίρεση απαιτείται να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου του πράγματος (ΑΠ 31/2022, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 682/2020).
Υποκειμενικά απαιτείται οιασδήποτε μορφής δόλος, που επικαλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος και θέληση του δράστη να αφαιρέσει το ξένο κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου, καθώς επίσης πρόσθετο υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου δηλαδή σκοπός του υπαιτίου (υπερχειλής δόλος) για παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος, είναι δε αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (ΑΠ 117/2023, ΑΠ 529/2022).
Το έγκλημα της κλοπής θεωρείται τετελεσμένο, όταν εκείνος που αφαίρεσε το ξένο πράγμα από την κατοχή του άλλου θέσει αυτό ολοκληρωτικά στη δική του φυσική εξουσία, έστω και για ελάχιστο χρόνο (Α.Π. 3/2017), αποτελεί δε κλοπή και η καθοιονδήποτε τρόπο αφαίρεση ηλεκτρικής ή άλλης ενέργειας με σκοπό την παράνομη ιδιοποίησή της.
Τέτοια κλοπή ενέργειας του ηλεκτρισμού επιτυγχάνεται κυρίως και αμέσως με την μη αναγραφή του αναλισκομένου ηλεκτρικού ρεύματος στην προς τούτο συσκευή (μετρητή) της Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε., για την μέτρηση του παρεχόμενου από την ΔΕΗ ΑΕ ή άλλον πάροχο, σε κάθε συμβαλλόμενο και αναλισκόμενου από αυτόν ηλεκτρικού ρεύματος, η οποία (μη καταγραφή) επιτυγχάνεται με την με τεχνικά μέσα καθοιονδήποτε τρόπο επέμβαση σ` αυτόν, ώστε να καταμετρά και δείχνει λιγότερες μονάδες αναλισκομένου ρεύματος σε κάθε χρονική περίοδο (ΑΠ 1117/2022, ΑΠ 479/2020, 2056/2019, ΑΠ 479/2020, 1117/2022, 1197/2024).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 98 ΠΚ:
“1. Αν περισσότερες από μία πράξεις του ίδιου προσώπου συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, το δικαστήριο μπορεί, αντί να εφαρμόσει τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 96 Α παρ. 1, να επιβάλει μία και μόνο ποινή, για την επιμέτρηση της οποίας λαμβάνει υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων.
2. Η αξία του αντικειμένου της πράξης και η περιουσιακή βλάβη ή το περιουσιακό όφελος που προκύπτουν από την κατ` εξακολούθηση τέλεση του εγκλήματος λαμβάνονται συνολικά υπόψη αν ο δράστης απέβλεπε με τις μερικότερες πράξεις του στο αποτέλεσμα αυτό. Στις περιπτώσεις αυτές ο ποινικός χαρακτήρας της πράξης προσδιορίζεται με βάση τη συνολική αξία του αντικειμένου και την συνολική περιουσιακή βλάβη ή το συνολικό περιουσιακό όφελος που ανάλογα με το έγκλημα επήλθε ή σκοπήθηκε”.
Από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ προκύπτει ότι, κατ` εξακολούθηση έγκλημα, είναι εκείνο το οποίο τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες (μερικότερες) ομοειδείς πράξεις, διακρινόμενες χρονικά, μεταξύ τους, που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μία περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς εκτέλεσή τους απόφασης (ενότητα δόλου).
Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη που έχει θεσπιστεί προς το σκοπό επιεικέστερης μεταχείρισης του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι το κατ` εξακολούθηση έγκλημα είναι μια ιδιάζουσα περίπτωση ομοειδούς πραγματικής συρροής εγκλημάτων, που συνέχονται μεταξύ τους λόγω της ενότητας του δόλου του δράστη και της μορφής του αδικήματος που επαναλαμβάνεται από τον ίδιο αυτουργό, στην οποία (συρροή), όμως, το δικαστήριο μπορεί, αντί να καταγνώσει στον δράστη συνολική ποινή, να επιβάλει μία (ενιαία) ποινή, λαμβάνοντας υπόψη το όλο περιεχόμενο των μερικότερων πράξεων, μέσα στα πλαίσια της ποινής του οικείου εγκλήματος.
Συνεπώς, η καθεμία από τις μερικότερες πράξεις που συγκροτούν το κατ` εξακολούθηση έγκλημα διατηρεί την αυτοτέλειά της ως προς την παραγραφή και το χαρακτηρισμό της ως πλημμελήματος ή κακουργήματος αναλόγως του ποσού οφέλους ή βλάβης.
Αντίθετα επί του κατ` εξακολούθηση εγκλήματος, που ορίζεται με την δεύτερη παράγραφο του άρθρου 98 ΠΚ, ο δράστης αποβλέπει στο συνολικό αποτέλεσμα των πράξεών του, που συνίσταται στην τελική συνολική αξία του αντικειμένου της αξιόποινης πράξης, βάσει της οποίας διαμορφώνεται ο ποινικός χαρακτηρισμός της. Στην περίπτωση αυτή, το κατ` εξακολούθηση έγκλημα αντιμετωπίζεται ως ενιαίο έγκλημα, με συνέπεια οι επί μέρους πράξεις να χάνουν την αυτοτέλεια τους, ο χρόνος της παραγραφής είναι ενιαίος και αρχίζει από την τέλεση της τελευταίας πράξης του δράστη.
Σημειώνεται ότι στην αιτιολογική έκθεση του νέου ΠΚ (Ν.4619/2019) αναφέρονται τα ακόλουθα υπό το άρθρο 98 “Στο άρθρο 98 παρ. 1 περιγράφεται το κατ` εξακολούθηση έγκληµα ως απλός τρόπος επιµέτρησης της ποινής που οδηγεί σε ευνοϊκότερη µεταχείριση του υπαιτίου (βλ. σχετικά Κ. Σταµάτη, ΣυστΕρµΠΚ, άρθρο 98.3 επ.), µε την επιβολή ενιαίας και όχι συνολικής ποινής, µέσα στο πλαίσιο ποινής του ενός εγκλήµατος, όπως ακριβώς προβλεπόταν από τη θέσπιση του ισχύοντος ΠΚ.
Στην επιτροπή συζητήθηκε εκτενώς αν θα έπρεπε να διατηρηθεί και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου, που προστέθηκε µε τον νόµο 2721/1999, και αντιµετωπίζει το κατ` εξακολούθηση έγκληµα ως νέο είδος εγκλήµατος, για τη διαµόρφωση του οποίου διατυπώθηκαν έντονες επιφυλάξεις από τη θεωρία. Τελικώς, η κρατήσασα στην επιτροπή άποψη έκρινε ότι πιθανή κατάργηση θα δηµιουργούσε ένα κενό, καθόσον θα επέτρεπε τον σχεδιασµό εξακολουθητικής εγκληµατικής δραστηριότητας που θα παρέµενε πληµµεληµατική, εφόσον κάθε επιµέρους πράξη δεν υπερέβαινε το αριθµητικό χρηµατικό όριο που τροποποιεί τον χαρακτήρα των επιµέρους εγκληµάτων” (ΑΠ 212/2022, ΑΠ 101/2022).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4 της ΥΑΔ16//2009 (ΥΑ Δ16γ/694/7/117/Γ ΦΕΚ Β 552 2009) απόδειξη κλοπής αποτελεί η σύνδεση του εσωτερικού αγωγού υδροληψίας με ενωτικό σωλήνα. Απόδειξη κλοπής θεωρείται και η πρόκληση βλάβης στον υδρομετρητή από τον υδρευόμενο, τέτοιας που να καθίσταται αδύνατη η λήψη ενδείξεων. Γενικά απόδειξη κλοπής νερού αποτελεί κάθε επέμβαση, συμπεριλαμβανομένης και της παραβίασης της σφραγίδας του υδρομετρητή ή της σφραγίδας πυροσβεστικής φωλιάς του εσωτερικού πυροσβεστικού δικτύου του ακινήτου, η οποία αποσκοπεί στη λήψη μη τιμολογούμενου νερού ή στη μείωση των ποσοτήτων αυτού.
Απευθυνθείτε στο εξειδικευμένο στο Ποινικό Δίκαιο δικηγορικό μας γραφείο για κάθε περίπτωση κλοπής, διακεκριμένης ή μη. Οι ποινικολόγοι του γραφείου μας έχουν χειριστεί με επιτυχία πολλές περιπτώσεις ρευματοκλοπής και κλοπής ύδατος και έχουν πολλές αθωωτικές αποφάσεις πελατών τους στο ενεργητικό τους.
Δείτε εδώ αθωωτική απόφαση του γραφείου μας για περίπτωση κατ’ εξακολούθηση κλοπής ηλεκτρικού ρεύματος και ύδατος:
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.







