Υπεξαίρεση- Το έγκλημα του 375 Π.Κ.:
Σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 εδ. α` του άρθρου 375 προϊσχύσαντος ΠΚ:
“Παρ. 1. Όποιος ιδιοποιείται παρανόμως ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιονδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών και, αν το αντικείμενο της υπεξαίρεσης είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους.
Αν η συνολική αξία υπερβαίνει το ποσό των εκατό είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών. Παρ. 2. Αν πρόκειται για αντικείμενο ιδιαίτερα μεγάλης αξίας που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών”,
ενώ με το άρθρο 375 παρ. 1 και 2 του ισχύοντος από 1.7.2019 νέου ΠΚ:
“Παρ. 1. Όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα που περιήλθε στην κατοχή του με οποιοδήποτε τρόπο τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Αν πρόκειται για αντικείμενο που το έχουν εμπιστευθεί στον υπαίτιο λόγω ανάγκης ή λόγω της ιδιότητάς του ως εντολοδόχου, επιτρόπου ή κηδεμόνα του παθόντος ή ως μεσεγγυούχου ή διαχειριστή ξένης περιουσίας, ο υπαίτιος τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή. Παρ. 2. Αν η αξία του αντικειμένου στην παράγραφο 1 υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ ο υπαίτιος τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή”.
Άρθρο 375 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)
Συνεπώς, η τελευταία αυτή διάταξη είναι ευμενέστερη της προγενέστερης και εφαρμοστέα κατ` άρθρ. 2 παρ. 1 νέου ΠΚ, καθόσον με αυτήν η υπεξαίρεση αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, τιμωρείται όχι όπως πριν σε βαθμό κακουργήματος, αλλά σε βαθμό πλημμελήματος με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή και μόνο αν η αξία του αντικειμένου υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή, δηλ. σε βαθμό κακουργήματος (ΑΠ 548, ΑΠ 466/2020).
Μάλιστα η ανωτέρω τελευταία διάταξη είναι ευμενέστερη, όχι μόνο γιατί προβλέπει επιεικέστερη ποινή, αλλά και γιατί ενώ πριν το αδίκημα της υπεξαίρεσης διωκόταν αυτεπαγγέλτως, τώρα πλέον διώκεται κατ` έγκληση σύμφωνα με το άρθρ. 381 παρ. 1 νέου ΠΚ (ΑΠ 101/2023, ΑΠ 1287/2022).
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υποστάσεως της υπεξαιρέσεως απαιτείται:
(α) το υλικό αντικείμενο του εγκλήματος, που είναι κινητό πράγμα, να είναι, ολικά ή μερικά, ξένο, υπό την έννοια ότι η κυριότητα αυτού ανήκει, κατά το αστικό δίκαιο, σε άλλον και όχι στο δράστη,
(β) η κατοχή του πράγματος αυτού, κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως, να έχει περιέλθει με οποιονδήποτε τρόπο στο δράστη,
(γ) παράνομη ιδιοποίηση του πράγματος από τον υπαίτιο, που υπάρχει όταν αυτή γίνεται χωρίς τη συναίνεση του ιδιοκτήτη του ή χωρίς να υφίσταται άλλο νόμιμο δικαίωμα του δράστη.
Το έγκλημα αυτό θεωρείται τετελεσμένο, αφότου ο δράστης επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, με την οποία εξωτερίκευσε τη θέλησή του να ιδιοποιηθεί το ξένο πράγμα παράνομα. `Ετσι, χρόνος τέλεσης του εγκλήματος της υπεξαίρεσης, το οποίο είναι στιγμιαίο, θεωρείται, σύμφωνα με το άρθρο 17 του ΠΚ, ο χρόνος κατά τον οποίο ο υπαίτιος εκδήλωσε τη σαφή πρόθεσή του για παράνομη ιδιοποίηση του ξένου κινητού πράγματος και ενσωμάτωσή του στην προσωπική του περιουσία με εμφανείς υλικές ενέργειες (ΑΠ 873/2022, ΑΠ 464/2017).
Υποκειμενικά απαιτείται δόλος του δράστη, που εκδηλώνεται με οποιαδήποτε ενέργεια, η οποία εμφανίζει εξωτερίκευση της θελήσεως του να ενσωματώσει το πράγμα, χωρίς νόμιμο δικαιολογητικό λόγο, στη δική του περιουσία.
Από τη διάταξη του άρθρου 719 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα οτιδήποτε έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της και γι` αυτό σε περίπτωση μη αποδόσεώς τους στον εντολέα διαπράττει υπεξαίρεση (ΑΠ 161/2020).
Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο εντολοδόχος διαπράττει υπεξαίρεση όταν αρνείται να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε, κατ` άρθρ. 719 ΑΚ, εκτελώντας την εντολή (ΑΠ 1291/2017).
Προϋπόθεση είναι να ενεργεί ο εντολοδόχος, κατά τη συμφωνία ή της φύση της συναλλαγής, ως άμεσος αντιπρόσωπος του εντολέα (ΑΠ 1175/2013), οπότε ο εντολέας γίνεται κύριος ή δικαιούχος (και συνακόλουθα παθών του αδικήματος της υπεξαίρεσης) των πραγμάτων που αποκτήθηκαν από την εκτέλεση της εντολής, τα οποία μπορεί να είναι και χρήματα (ΑΠ 1287/2022, ΑΠ 404/2020).
Το δικηγορικό μας γραφείο έχει χειριστεί σοβαρές περιπτώσεις υπεξαίρεσης και γενικώς οικονομικών εγκλημάτων με επιτυχή αποτελέσματα. Καλέστε μας για την ανάληψη και επιτυχή διεκπεραίωση και της δικής σας σχετικής υπόθεσης.
Δείτε σχετική αθωωτική απόφαση του γραφείου μας επί αδικήματος υπεξαίρεσης στο τμήμα των αποφάσεων της ιστοσελίδας του γραφείου μας.
Δείτε την απόφαση εδώ: https://tpvlaw.gr/wp-content/uploads/2025/11/Αθωωτική-απόφαση-σε-υπεξαίρεση.pdf
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.