Ψευδής Καταμήνυση & Ψευδής Κατάθεση (229 & 224 ΠΚ): Ποινές, Προϋποθέσεις & Αναβολή Δίωξης (Άρθρο 59 ΚΠΔ)
Τα εγκλήματα κατά της απονομής της δικαιοσύνης κατέχουν σημαντική θέση στο ελληνικό Ποινικό Δίκαιο. Ανάμεσα σε αυτά, η ψευδής καταμήνυση (άρθρο 229 ΠΚ) και η ψευδής κατάθεση (άρθρο 224 ΠΚ) αποτελούν δύο από τις συχνότερες περιπτώσεις που αντιμετωπίζουν τα ελληνικά δικαστήρια.
Ωστόσο, η πρακτική εφαρμογή αυτών των διατάξεων συνδέεται άμεσα με το άρθρο 59 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ), το οποίο ρυθμίζει τα προδικαστικά ζητήματα και την αναβολή της ποινικής δίωξης όταν εκκρεμεί η αρχική υπόθεση.
Στο παρόν άρθρο, παρουσιάζεται αναλυτικά το νομικό πλαίσιο, οι προϋποθέσεις, οι ποινές και οι συχνότερες ερωτήσεις γύρω από τα αδικήματα αυτά.
1. Ψευδής Καταμήνυση (Άρθρο 229 Π.Κ.)
Άρθρο 229 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)
Τι ορίζει ο Ποινικός Κώδικας;
Σύμφωνα με το άρθρο 229 Π.Κ., «1. Όποιος εν γνώσει καταμηνύει άλλον ψευδώς ή αναφέρει γι’ αυτόν ενώπιον της αρχής ότι τέλεσε αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή.
- Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει και ψευδώς καθιστά άλλον ύποπτο στην αρχή υποβάλλοντας, αλλοιώνοντας ή αποκρύπτοντας κάποιο αποδεικτικό μέσο για αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση.
- Το δικαστήριο με αίτηση του παθόντος μπορεί να του επιτρέψει να δημοσιεύσει την απόφαση με έξοδα του καταδικασθέντος. Το δικαίωμα αυτό παύει να υπάρχει αν η δημοσίευση δεν γίνει μέσα σε έξι μήνες από την καταχώρηση της τελεσίδικης απόφασης στο ειδικό βιβλίο».
Πότε στοιχειοθετείται;
Α. Αντικειμενική υπόσταση:
Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς καταμήνυσης απαιτεί: α) Καταμήνυση ή ανακοίνωση ή αναφορά. β) Η καταμήνυση να έγινε ενώπιον της αρχής. Δεν απαιτείται η αρχή προς την οποία έγινε η αναφορά, να ήταν αρμόδια, αφού και αναρμόδια αρχή υποχρεούται να διαβιβάσει στην αρμόδια την αναφορά. γ) Η καταμήνυση πρέπει να αναφέρεται σε τέλεση από άλλον αξιόποινης πράξης ή πειθαρχικής παράβασης. Το έγκλημα της ψευδούς καταμήνυσης υφίσταται και όταν η καταγγελθείσα πράξη διώκεται κατ’ έγκληση, αν ο καταγγέλλων δικαιούται σε υποβολή της έγκλησης και ζητεί τη δίωξη. δ) Η καταμήνυση να αφορά άλλον που μπορεί να τιμωρηθεί από το ποινικό δικαστήριο ή να διωχθεί πειθαρχικώς. ε) Η καταμήνυση να είναι ψευδής. Το ψεύδος μπορεί να είναι και η παρασιώπηση λόγων που αποκλείουν την ενοχή ή το άδικο ή την εξάλειψη του αξιοποίνου. Αρκεί και παρασιώπηση γεγονότων ή απόκρυψη.
Β. Υποκειμενική υπόσταση:
Ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος απαιτείται δόλος του δράστη, συνιστάμενος στη γνώση του, κατά το χρόνο της καταμήνυσης, ότι το περιεχόμενο της καταγγελίας του είναι αναληθές και ότι αφορά αξιόποινη πράξη ή πειθαρχική παράβαση, καθώς και στη θέληση του δράστη να περιέλθει η αναφορά στην αρχή. Συνεπώς, ενδεχόμενος δόλος δεν αρκεί.
2. Ψευδής Κατάθεση (Άρθρο 224 Π.Κ.)
Άρθρο 224 – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)
Τι ορίζει ο Ποινικός Κώδικας;
Στο άρθρο 224 Π.Κ. ορίζεται ότι «1. Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή.
- Όποιος εμφανίζεται ως μάρτυρας ενώπιον δικαστηρίου ή άλλης αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση και αρνείται να δώσει τη μαρτυρία του τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή.
- Αν ο υπαίτιος τέλεσε τις πράξεις των προηγούμενων παραγράφων για να αποφύγει ποινική ευθύνη είτε δική του είτε κάποιου από τους οικείους του, χωρίς να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο μπορεί να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.
- Όποιος, σε κάθε άλλη περίπτωση, όταν εξετάζεται από κάποια αρχή ή από εξουσιοδοτημένο όργανό της ή όταν αναφέρεται σε αυτή, εκθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια τιμωρείται με φυλάκιση έως δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή».
Πότε στοιχειοθετείται;
Α. Αντικειμενική υπόσταση:
Η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της ψευδούς κατάθεσης μάρτυρα απαιτεί: α) ένορκη ή χωρίς όρκο κατάθεση του μάρτυρα σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, β) τα στοιχεία που κατέθεσε σχετικά με την υπόθεση αυτή να είναι ψευδή ή να αρνήθηκε ή να απέκρυψε τα αληθινά στοιχεία που γνώριζε για την κρινόμενη υπόθεση και γ) να έχει άμεσο δόλο, που συνίσταται στη γνώση του ότι όσα κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι γνωρίζει τα αληθή, αλλά σκόπιμα τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Δράστης του εγκλήματος θεωρείται ο μάρτυρας που δίνει ένορκη ή χωρίς όρκο κατάθεση σε δικαστήριο ή σε αρμόδια αρχή να ενεργεί εξέταση. Το συγκεκριμένο έγκλημα συνίσταται στην εν γνώση κατάθεση ψευδών στοιχείων σχετικά με την κρινόμενη υπόθεση ή στην απόκρυψη ή άρνηση των αληθινών, από μάρτυρα ενώπιον δικαστηρίου ή αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση.
Αρμόδια αρχή είναι η δικαστική ή διοικητική αρχή, ενώπιον της οποίας σύμφωνα με διάταξη νόμου μπορεί να γίνει ένορκη ή χωρίς όρκο κατάθεση, η οποία να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς. Έτσι, αρμόδια αρχή είναι και ο εισαγγελέας εφόσον διενεργεί προανάκριση για τη βεβαίωση διάπραξης εγκλήματος, καθώς και ο αστυνομικός ή άλλος αρμόδιος προανακριτικός υπάλληλος στο πλαίσιο της προανάκρισης.
Τα ψευδή στοιχεία είναι γεγονότα ή περιστατικά που συνέβησαν στο παρόν ή στο παρελθόν, τα οποία γίνονται αντιληπτά με τις αισθήσεις και είναι δεκτικά απόδειξης και όχι κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός αν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με τα περιστατικά που κατέθεσε ο διάδικος ή μάρτυρας. Τα γεγονότα ή οι καταστάσεις πρέπει να είναι συγκεκριμένα και προσδιορισμένα κατά τόπο και χρόνο. Δυσμενείς γνώμες, κρίσεις, πεποιθήσεις ή χαρακτηρισμοί του μάρτυρα έχουν έννομη σημασία μόνο αν συναρτώνται άμεσα με τα περιστατικά που κατέθεσε και διαμορφώνουν παράσταση συγκεκριμένης πράξης ή συμπεριφοράς, που επιδέχεται απόδειξη. Αναληθές είναι το γεγονός, όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ της πραγματικότητας και του κατατεθέντος από τον μάρτυρα ή διάδικο, αλλά και όταν υπάρχει διάσταση μεταξύ εκείνων που πράγματι γνωρίζει ο μάρτυρας ή ο διάδικος και εκείνων που τελικά κατέθεσε. Είναι αντικειμενικά ψευδές ή αναληθές το κατατιθέμενο στοιχείο όχι μόνον όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και προς εκείνα που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή από διηγήσεις τρίτων πληροφορήθηκε και ως εκ τούτου γνώριζε.
Τα περιστατικά που κατατέθηκαν πρέπει να σχετίζονται ουσιαστικά ή διαδικαστικά με εκκρεμή υπόθεση και να μπορούν να ασκήσουν, έστω και μικρή, επιρροή στην αναμενόμενη δικαστική κρίση, άσχετα αν πράγματι άσκησαν ή όχι.
Β. Υποκειμενική υπόσταση:
Ως προς την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος δεν αρκεί ενδεχόμενος δόλος, αλλά απαιτείται γνώση του δράστη ότι τα κατατεθέντα είναι ψευδή. Η γνώση των πραγματικών περιστατικών επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του κατηγορούμενου κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συνάγεται σαφώς ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης του ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενέργειας του.
3. Προδικαστικά ζητήματα στην ποινική δίκη & Αναβολή Δίωξης (Άρθρο 59 ΚΠΔ)
Σύμφωνα, με το άρθρο 59 ΚΠΔ,
«1. Όταν η απόφαση σε ποινική δίκη εξαρτάται από άλλη υπόθεση για την οποία έχει ασκηθεί ποινική δίωξη, η πρώτη αναβάλλεται ωσότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση στη δεύτερη δίκη.
- Στις περιπτώσεις των άρθρων 224, 229, και 363 ΠΚ, όταν ο Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών διαπιστώσει, πως για το γεγονός για το οποίο εξετάσθηκε ο διάδικος ή ο μάρτυρας ή έγινε η αναφορά στην αρχή ή η καταμήνυση ή ισχυρίστηκε ή διέδωσε ο υπαίτιος ασκήθηκε ποινική δίωξη ή διενεργείται προκαταρκτική εξέταση ή προανάκριση της παρ. 2 του άρθρου 245, ή έχει ασκηθεί αγωγή ή αίτηση ενώπιον πολιτικού δικαστηρίου, αναβάλλει με πράξη του που περιέχει συνοπτική αιτιολογία, κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης ή της πολιτικής δίκης.
[Η παρ.2 διαμορφώθηκε ως άνω δυνάμει των άρθρων 72 και 138 παρ.1 Ν.5090/2024, ΦΕΚ A’ 30/23.02.2024, με έναρξη ισχύος από την 1η.5.2024].
- Στις περιπτώσεις που υποβάλλεται μήνυση ή έγκληση σε βάρος των οργάνων ελέγχου της Εθνικής Αρχής Διαφάνειας για παράβαση των άρθρων 224, 229, 242, 259, 362, 363 ΠΚ, που τέλεσαν με πόρισμα, έκθεση ή κατάθεση κατά τη διάρκεια επιθεώρησης ή ελέγχου ή εξαιτίας αυτών, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την ένορκη διοικητική εξέταση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια έως το τέλος της ποινικής δίωξης που ασκήθηκε κατά του υπαιτίου με βάση την έκθεση, το πόρισμα ή την κατάθεση των ανωτέρω, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών.
- Στις περιπτώσεις οποιασδήποτε από τις αξιόποινες πράξεις της παράνομης εισόδου στη χώρα και εξόδου από αυτή, της κατοχής και της χρήσης ταξιδιωτικών εγγράφων ή δελτίων ταυτοτήτων ή αδειών διαμονής ή άλλων εγγράφων πλαστών ή γνησίων, που εκδόθηκαν για άλλο πρόσωπο, της παράνομης εργασίας και της πορνείας ή άλλης πράξης διευκόλυνσής τους, που φέρεται ότι διαπράχθηκε από θύμα εγκλήματος των άρθρων 323Α, 348 παρ. 2, 348Α, 348Β, 348Γ, 349 και 351Α ΠΚ, του άρθρου 29 παρ. 5 και 6 και του άρθρου 30 του ν. 4251/2014, εξαιτίας της σε βάρος του συμπεριφοράς του δράστη των ανωτέρω πράξεων, ο εισαγγελέας πλημμελειοδικών, μετά την προκαταρκτική εξέταση ή την αυτεπάγγελτη προανάκριση, αναβάλλει με πράξη του κάθε περαιτέρω ενέργεια κατά του θύματος έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του εισαγγελέα εφετών. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, δεν ασκείται ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Ο εισαγγελέας, ωστόσο, μπορεί με τη σύμφωνη γνώμη του εισαγγελέα εφετών να απόσχει οριστικά από την ποινική δίωξη, ακόμα κι αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική ή αν η καταγγελία τεθεί στο αρχείο αγνώστων δραστών, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων.
- Αν έχει ήδη ασκηθεί ποινική δίωξη κατά του θύματος των αξιόποινων πράξεων της παρ. 4, το δικαστήριο αναστέλλει τη δίκη έως το τέλος της ποινικής δίωξης για το έγκλημα που τελέσθηκε σε βάρος του. Μετά την αμετάκλητη εκδίκαση οποιουδήποτε από τα παραπάνω εγκλήματα που τελέσθηκαν σε βάρος του θύματος, αν η απόφαση είναι καταδικαστική, παύει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του τελευταίου για τις προαναφερόμενες πράξεις του. Επίσης, το δικαστήριο μπορεί να παύσει οριστικά την ποινική δίωξη, ακόμα και αν η απόφαση δεν είναι καταδικαστική, αν από τα στοιχεία της δικογραφίας κρίνει ότι η τέλεση της αξιόποινης πράξης ήταν συνέπεια του γεγονότος ότι ο φερόμενος ως δράστης ήταν θύμα εμπορίας ανθρώπων».
[Το άρθρο 59 ΚΠΔ τροποποιήθηκε με το άρθρο 105 Ν.4855/2021, ΦΕΚ Α` 215/12.11.2021].
Γιατί είναι σημαντικό το άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ;
Εμποδίζει τη χρησιμοποίηση των μηνύσεων για ψευδή καταμήνυση και ψευδή κατάθεση ως «αντίμετρο» ή μέσο πίεσης κατά τη διάρκεια μιας εκκρεμούς ποινικής δίκης. Η έρευνα για το αν μια κατάθεση ή καταγγελία ήταν ψευδής αναβάλλεται μέχρι το τέλος της ποινικής δίωξης.
Συχνές Ερωτήσεις (FAQ):
1. Υπέβαλα μήνυση για ψευδή καταμήνυση ή ψευδή κατάθεση. Γιατί καθυστερεί η εξέτασή της;
Απάντηση: Σύμφωνα με το άρθρο 59 παρ. 2 ΚΠΔ, εάν η αρχική υπόθεση για την οποία έγινε η καταγγελία ή η κατάθεση βρίσκεται ακόμη υπό εξέταση (εκκρεμεί προκαταρκτική, προανάκριση ή ποινική δίωξη), ο Εισαγγελέας αναβάλλει την έρευνα της δικής σας μήνυσης μέχρι να ολοκληρωθεί αμετάκλητα η αρχική δίκη.
2. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ ψευδούς καταμήνυσης και ψευδούς κατάθεσης;
Απάντηση: Η ψευδής καταμήνυση (229 ΠΚ) αφορά το πρόσωπο που μηνύει άλλον ψευδώς στην αρχή για να προκαλέσει την ποινική ή πειθαρχική του δίωξη. Η ψευδής κατάθεση (224 ΠΚ) αφορά μάρτυρα ή διάδικο που καταθέτει εν γνώσει του ψευδή στοιχεία κατά τη διάρκεια εξέτασής του ενώπιον αρμόδιας αρχής.
3. Αρκεί να αποδειχθεί ότι τα γεγονότα ήταν αναληθή για να καταδικαστεί κάποιος;
Απάντηση: Όχι. Και στα δύο αδικήματα απαιτείται άμεσος δόλος (εν γνώσει). Πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί ότι ο υπαίτιος γνώριζε κατά τον χρόνο της πράξης ότι τα στοιχεία ήταν ψευδή. Αν ο καταγγέλλων ή ο μάρτυρας είχε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι έλεγε την αλήθεια, δεν στοιχειοθετείται το έγκλημα.
4. Μπορώ να ζητήσω αποζημίωση αν πέσω θύμα ψευδούς καταμήνυσης;
Απάντηση: Ναι. Πέραν των ποινικών κυρώσεων, το θύμα ψευδούς καταμήνυσης έχει δικαίωμα να προσφύγει στα αστικά δικαστήρια ζητώντας χρηματική ικανοποίηση, ενώ το ποινικό δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει τη δημοσίευση της καταδικαστικής απόφασης με έξοδα του καταδικασθέντος (229 παρ. 3 ΠΚ).
5. Τι συμβαίνει αν κάποιος κατέθεσε ψέματα για να προστατεύσει τον εαυτό του ή συγγενή του;
Απάντηση: Σύμφωνα με το άρθρο 224 παρ. 3 ΠΚ, αν ο υπαίτιος τέλεσε την πράξη για να αποφύγει ποινική ευθύνη δική του ή οικείου του, χωρίς όμως να ενοχοποιήσει ψευδώς άλλον, το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να τον απαλλάξει από κάθε ποινή.
Πώς μπορεί να σας υποστηρίξει το δικηγορικό γραφείο TPV Law;
Η διαχείριση υποθέσεων που βασίζονται στα άρθρα 229 ΠΚ, 224 ΠΚ και 59 ΚΠΔ απαιτεί βαθιά γνώση της ποινικής δικονομίας και στρατηγικό σχεδιασμό.
Στο δικηγορικό γραφείο TPV Law, παρέχουμε:
- Στρατηγική καθοδήγηση σχετικά με την υποβολή μηνύσεων και την εφαρμογή του άρθρου 59 ΚΠΔ.
- Σύνταξη πλήρως αιτιολογημένων εγκλήσεων για τη θεμελίωση των αδικημάτων της ψευδής καταμήνυσης και της ψευδής κατάθεσης.
- Πλήρη υπεράσπιση και εκπροσώπηση ενώπιον όλων των όλων των δικαστηρίων.
Δείτε και αθωωτική απόφαση του γραφείου μας εδώ: https://tpvlaw.gr/portfolio/psevdis-kataminysi-psevdis-katathesi/
Επικοινωνήστε με την ομάδα της TPV Law τώρα στα τηλ. 2114029293, 2130313912 και στο email: info@tpvlaw.gr για μια εξειδικευμένη αξιολόγηση της υπόθεσής σας.
Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.



