Επικοινωνία γονέα με τέκνο: Νομοθεσία, συνεπιμέλεια και παραβίαση του δικαιώματος επικοινωνίας (α. 1520 Α.Κ., α. 169Α Π.Κ.):

Η επικοινωνία του γονέα με το ανήλικο τέκνο αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της οικογενειακής ζωής και συμβάλλει καθοριστικά στη διατήρηση του συναισθηματικού δεσμού μεταξύ τους. Μετά τη διάσταση ή το διαζύγιο των γονέων, η ανάγκη ρύθμισης της επικοινωνίας γίνεται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς η καθημερινότητα του παιδιού οργανώνεται συνήθως με βάση τον τόπο κατοικίας, τις σχολικές υποχρεώσεις και τις δραστηριότητές του.

Στην πράξη, ανακύπτουν σύνθετα ζητήματα:

Τι συμβαίνει όταν ο γονέας κατοικεί σε διαφορετική πόλη ή στο εξωτερικό;

Πώς ρυθμίζεται η επικοινωνία όταν εργάζεται με βάρδιες, ταξιδεύει συχνά ή έχει απρόβλεπτο ωράριο;

Μπορεί να περιοριστεί η επικοινωνία λόγω συνεπιμέλειας;

Ποιες είναι οι συνέπειες όταν ο ένας γονέας δεν παραδίδει το παιδί στις συμφωνημένες ώρες ή παρεμποδίζει συστηματικά την επικοινωνία;

Το ελληνικό δίκαιο προβλέπει συγκεκριμένες αρχές για την απάντηση στα ερωτήματα αυτά, ενώ η νομολογία του Αρείου Πάγου έχει διευκρινίσει ότι η επικοινωνία πρέπει να ρυθμίζεται με βάση το συμφέρον του παιδιού και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε οικογένειας.

1.Τι προβλέπει ο νόμος για την επικοινωνία γονέα με τέκνο;

1.1. Το άρθρο 1520 ΑΚ και το δικαίωμα επικοινωνίας:

Βασική διάταξη για την επικοινωνία γονέα με τέκνο είναι το άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με τον Ν. 4800/2021.

Άρθρο 1520 – Αστικός Κώδικας – Προσωπική επικοινωνία

Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση της, κατά το δυνατό, ευρύτερης επικοινωνίας μαζί του.

Η επικοινωνία περιλαμβάνει τόσο τη φυσική παρουσία και επαφή όσο και τη διαμονή του παιδιού στην κατοικία του γονέα.

Παράλληλα, ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί έχει υποχρέωση να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία με τον άλλο γονέα σε τακτή χρονική βάση. Επομένως, η επικοινωνία δεν αποτελεί απλώς μια δυνατότητα που παρέχεται στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο. Συνδέεται με την υποχρέωση διατήρησης ουσιαστικής σχέσης με το παιδί και με την ανάγκη προστασίας της ψυχικής και συναισθηματικής του ανάπτυξης.

1.2. Το τεκμήριο του ενός τρίτου του συνολικού χρόνου

Μετά τον Ν. 4800/2021, ο χρόνος επικοινωνίας με φυσική παρουσία τεκμαίρεται στο ένα τρίτο (1/3) του συνολικού χρόνου, εφόσον δεν συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν διαφορετική ρύθμιση.

Το ποσοστό αυτό δεν αποτελεί ανελαστικό κανόνα ούτε εξασφαλίζει αυτομάτως στον γονέα συγκεκριμένο αριθμό ημερών ή διανυκτερεύσεων. Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο, το οποίο εφαρμόζεται ανάλογα με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης υπόθεσης.

 Το δικαστήριο μπορεί να καθορίσει μικρότερο ή μεγαλύτερο χρόνο επικοινωνίας, ιδίως όταν το επιβάλλουν:

– Η ηλικία και οι ανάγκες του παιδιού.

– Η απόσταση μεταξύ των κατοικιών των γονέων.

– Οι σχολικές υποχρεώσεις και οι εξωσχολικές δραστηριότητες.

– Οι συνθήκες διαβίωσης και η δυνατότητα διαμονής του παιδιού με τον άλλο γονέα.

– Το ωράριο εργασίας και οι πραγματικές δυνατότητες μετακίνησης.

– Το συνολικό συμφέρον του τέκνου.

Η ρύθμιση πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να μην διαταράσσει αδικαιολόγητα την καθημερινότητα του παιδιού.

1.3. Πότε μπορεί να περιοριστεί η επικοινωνία;

Το άρθρο 1520 ΑΚ προβλέπει ότι ο αποκλεισμός ή ο περιορισμός της επικοινωνίας είναι δυνατός μόνο για εξαιρετικά σοβαρούς λόγους, ιδίως όταν ο γονέας κρίνεται ακατάλληλος να ασκεί το σχετικό δικαίωμα. Το δικαστήριο μπορεί να αξιοποιήσει πρόσφορα αποδεικτικά μέσα, όπως κοινωνική έρευνα ή εκθέσεις ειδικών ψυχικής υγείας, όταν αυτό είναι αναγκαίο για τη διαπίστωση των συνθηκών της υπόθεσης. Η απλή αντιπαράθεση μεταξύ των γονέων, η διάσταση ή το διαζύγιο δεν αρκούν από μόνα τους για να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό της επικοινωνίας. Απαιτείται εξατομικευμένη αξιολόγηση των περιστάσεων και του συμφέροντος του παιδιού.

2.Πώς ρυθμίζεται η επικοινωνία όταν οι γονείς κατοικούν σε διαφορετικές πόλεις;

2.1. Η απόσταση δεν καταργεί το δικαίωμα επικοινωνίας:

 Η διαφορετική πόλη κατοικίας των γονέων αποτελεί συχνό λόγο διαφωνίας κατά τη ρύθμιση της επικοινωνίας. Η μετακίνηση του παιδιού μπορεί να απαιτεί σημαντικό χρόνο, έξοδα και προσαρμογή στο σχολικό πρόγραμμα. Ωστόσο, η απόσταση δεν συνεπάγεται αυτομάτως περιορισμό του δικαιώματος επικοινωνίας. Το δικαστήριο καλείται να διαμορφώσει ένα πρακτικά εφαρμόσιμο πρόγραμμα, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ανάγκη διατήρησης της σχέσης με τον γονέα όσο και την καθημερινότητα του παιδιού. Ανάλογα με τις συνθήκες, μπορεί να κριθεί καταλληλότερη η συγκέντρωση μεγαλύτερου μέρους της επικοινωνίας σε συγκεκριμένα Σαββατοκύριακα, σχολικές διακοπές, εορτές και θερινές περιόδους, αντί για συχνές και σύντομες μετακινήσεις.

 2.2. Ποιος αναλαμβάνει τη μεταφορά του παιδιού;

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο καθορισμός του τόπου παραλαβής και παράδοσης του παιδιού, καθώς και του γονέα που αναλαμβάνει τη μετακίνηση.

Το δικαστήριο μπορεί να προβλέψει:

– Παραλαβή και επιστροφή του παιδιού από την κατοικία του γονέα με τον οποίο διαμένει.

– Εναλλακτικά σημεία παραλαβής και παράδοσης, εφόσον αυτό δικαιολογείται.

– Κατανομή των μετακινήσεων μεταξύ των γονέων.

– Ειδικό πρόγραμμα για περιόδους σχολικών διακοπών ή μεγάλων αποστάσεων.

Δεν υπάρχει ένας ενιαίος κανόνας σύμφωνα με τον οποίο ο ένας γονέας οφείλει πάντοτε να αναλαμβάνει όλες τις μετακινήσεις. Η λύση εξαρτάται από το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, τις περιστάσεις της οικογένειας και το συμφέρον του τέκνου.

3.Επικοινωνία γονέα με τέκνο όταν ο ένας γονέας κατοικεί στο εξωτερικό:

 3.1. Η επικοινωνία από απόσταση:

 Όταν ένας γονέας κατοικεί μόνιμα στο εξωτερικό, η συχνή φυσική επικοινωνία μπορεί να είναι δυσχερής λόγω του κόστους των ταξιδιών, των αποστάσεων και των επαγγελματικών ή σχολικών υποχρεώσεων. Η ρύθμιση μπορεί να προσαρμοστεί στις πραγματικές συνθήκες, με πρόβλεψη μεγαλύτερων περιόδων φυσικής επικοινωνίας κατά τις σχολικές διακοπές, τις εορτές και το καλοκαίρι, εφόσον αυτό εξυπηρετεί το συμφέρον του τέκνου. Παράλληλα, μπορούν να καθοριστούν τακτικές βιντεοκλήσεις ή τηλεφωνική επικοινωνία σε συγκεκριμένες ημέρες και ώρες. Η ηλεκτρονική επικοινωνία δεν υποκαθιστά πάντοτε τη φυσική επαφή. Μπορεί, όμως, να λειτουργήσει συμπληρωματικά και να διατηρεί τον συναισθηματικό δεσμό μεταξύ γονέα και παιδιού όταν δεν είναι δυνατή η συχνή συνάντηση.

3.2. Ποια στοιχεία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο;

Σε περίπτωση κατοικίας στο εξωτερικό, κρίσιμα στοιχεία είναι:

– Η ηλικία και η ωριμότητα του παιδιού.

– Η διάρκεια και η δυσκολία των ταξιδιών.

– Η δυνατότητα διαμονής του παιδιού στην κατοικία του γονέα στο εξωτερικό.

– Η ύπαρξη κατάλληλων συνθηκών φροντίδας.

– Το σχολικό πρόγραμμα και οι λοιπές σταθερές υποχρεώσεις.

– Η προηγούμενη σχέση του παιδιού με τον γονέα.

– Η δυνατότητα επικοινωνίας μέσω τηλεφώνου ή βιντεοκλήσης.

– Τυχόν ζητήματα ασφάλειας ή ειδικές ανάγκες του τέκνου.

Η ρύθμιση πρέπει να είναι επαρκώς συγκεκριμένη ώστε να αποφεύγονται συνεχείς διαφωνίες για τις ημερομηνίες ταξιδιού, τις παραλαβές και τις επιστροφές.

3.3. Μετακόμιση στο εξωτερικό και αλλαγή της υφιστάμενης ρύθμισης:

Η μεταβολή της κατοικίας του παιδιού σε άλλη χώρα δεν αποτελεί απλώς ένα ζήτημα πρακτικού προγραμματισμού. Ανάλογα με τις περιστάσεις, μπορεί να επηρεάζει ουσιωδώς την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία.

Όταν η μετακίνηση συνεπάγεται μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου που επηρεάζει ουσιωδώς το δικαίωμα επικοινωνίας του άλλου γονέα, πρέπει να εξετάζονται οι εφαρμοστέες διατάξεις του Αστικού Κώδικα και η ανάγκη συμφωνίας ή δικαστικής απόφασης.

Δεν είναι ασφαλές να θεωρείται ότι ένας γονέας μπορεί πάντοτε να μεταφέρει μονομερώς το παιδί στο εξωτερικό επειδή ασκεί την επιμέλεια. Απαιτείται έλεγχος του ακριβούς περιεχομένου της υπάρχουσας ρύθμισης και των συγκεκριμένων περιστάσεων.

4.Επικοινωνία όταν ο γονέας εργάζεται με βάρδιες, ταξιδεύει ή έχει ακανόνιστο ωράριο:

4.1. Μπορεί το ωράριο εργασίας να επηρεάσει το πρόγραμμα επικοινωνίας;

Η εργασία σε βάρδιες, οι νυχτερινές υπηρεσίες, τα συχνά επαγγελματικά ταξίδια ή ένα μεταβαλλόμενο ωράριο μπορούν να καταστήσουν δυσχερή την τήρηση ενός αυστηρού εβδομαδιαίου προγράμματος. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο εργαζόμενος γονέας χάνει το δικαίωμα επικοινωνίας. Οι επαγγελματικές συνθήκες αποτελούν στοιχεία που πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά τη διαμόρφωση μιας ρεαλιστικής και εφαρμόσιμης ρύθμισης.

Το δικαστήριο μπορεί, ανάλογα με τα αποδεικνυόμενα δεδομένα, να εξετάσει εναλλακτικό πρόγραμμα, όπως:

– Επικοινωνία σε συγκεκριμένες ημέρες ανάλογα με τις βάρδιες.

– Μεγαλύτερα χρονικά διαστήματα επικοινωνίας σε ημέρες ανάπαυσης.

– Ειδικό πρόγραμμα για περιόδους επαγγελματικών ταξιδιών.

– Σταθερές τηλεφωνικές ή διαδικτυακές επαφές.

– Προκαθορισμένο μηχανισμό έγκαιρης ενημέρωσης και αναπλήρωσης, όπου αυτό είναι εφικτό και συμφωνημένο ή προβλέπεται δικαστικά.

Η δυνατότητα ευελιξίας δεν πρέπει να μετατρέπεται σε αοριστία. Ένα πρόγραμμα που εξαρτάται αποκλειστικά από το πότε θα είναι διαθέσιμος ο γονέας μπορεί να δημιουργεί ανασφάλεια στο παιδί και επαναλαμβανόμενες διαφωνίες.

4.2. Ποια αποδεικτικά στοιχεία είναι χρήσιμα;

Ο γονέας που ζητεί ειδική ρύθμιση λόγω εργασίας είναι σκόπιμο να προσκομίζει συγκεκριμένα στοιχεία, όπως βεβαιώσεις εργοδότη, προγράμματα βαρδιών, στοιχεία επαγγελματικών ταξιδιών και δεδομένα σχετικά με τις ημέρες ανάπαυσης.

Η γενική επίκληση ότι «το ωράριο είναι δύσκολο» δεν είναι εξίσου αποτελεσματική με μια τεκμηριωμένη πρόταση που εξηγεί πώς μπορεί να διασφαλιστεί σταθερή και ουσιαστική επικοινωνία.

4.3. Τι συμβαίνει όταν ο γονέας δεν μπορεί να τηρήσει το ωράριο της απόφασης;

Αν ο γονέας γνωρίζει εγκαίρως ότι δεν θα μπορέσει να ασκήσει την επικοινωνία του, πρέπει να ενημερώσει τον άλλο γονέα χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η ενημέρωση δεν τροποποιεί αυτομάτως τη δικαστική απόφαση. Η αλλαγή της επικοινωνίας προϋποθέτει συμφωνία των γονέων, στον βαθμό που επιτρέπεται, ή κατάλληλη δικαστική ρύθμιση. Αν οι επαγγελματικές συνθήκες έχουν μεταβληθεί μόνιμα, μπορεί να χρειάζεται αίτημα μεταρρύθμισης της επικοινωνίας αντί για διαδοχικές έκτακτες αλλαγές.

5.Συνεπιμέλεια και επικοινωνία γονέα με τέκνο:

5.1. Τι σημαίνει συνεπιμέλεια;

Στην καθημερινή χρήση, ο όρος «συνεπιμέλεια» χρησιμοποιείται συχνά για διαφορετικές καταστάσεις. Νομικά, πρέπει να διακρίνεται η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας από την επιμέλεια του προσώπου του τέκνου και από την εναλλασσόμενη διαμονή του παιδιού στις κατοικίες των γονέων.

Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει ευρύτερες αρμοδιότητες που αφορούν το παιδί, ενώ η επιμέλεια αφορά ειδικότερα την καθημερινή φροντίδα και ανατροφή του, σύμφωνα με τις εφαρμοστέες διατάξεις. Η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας δεν σημαίνει αυτομάτως ότι το παιδί θα διαμένει ισόχρονα με τους δύο γονείς ούτε ότι καταργείται η ανάγκη ρύθμισης της επικοινωνίας.

 5.2. Υπάρχει δικαίωμα επικοινωνίας όταν οι γονείς ασκούν από κοινού τη γονική μέριμνα;

Ναι. Η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας και η επικοινωνία είναι συναφή αλλά διαφορετικά ζητήματα. Ακόμη και όταν οι γονείς συναποφασίζουν για σημαντικά θέματα της ζωής του παιδιού, μπορεί να χρειάζεται να προσδιοριστούν συγκεκριμένα οι ημέρες, οι ώρες, οι διανυκτερεύσεις και οι μετακινήσεις, ιδίως όταν το παιδί έχει κύρια κατοικία με έναν από τους δύο γονείς.

Αντίστοιχα, η ύπαρξη εκτεταμένης επικοινωνίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισόχρονη διαμονή ή κοινή άσκηση κάθε επιμέρους αρμοδιότητας.

5.3 Πώς συνδυάζονται η συνεπιμέλεια και η επικοινωνία όταν υπάρχει απόσταση;

Όταν οι γονείς κατοικούν σε διαφορετικές πόλεις ή χώρες, ένα σχήμα ισόχρονης διαμονής μπορεί να είναι πρακτικά δυσχερές, ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, το σχολείο και τις μετακινήσεις. Το δικαστήριο οφείλει να εξετάζει το πραγματικό περιβάλλον του παιδιού και όχι να εφαρμόζει μηχανικά ένα ενιαίο μοντέλο. Μπορεί να απαιτείται κατανομή της φυσικής επικοινωνίας σε μεγαλύτερες περιόδους, διατήρηση τακτικής εξ αποστάσεως επαφής και σαφής κατανομή των ευθυνών μεταφοράς. Η συνεπιμέλεια δεν αποτελεί ούτε αυτόματο εμπόδιο ούτε αυτόματη εγγύηση για συγκεκριμένο πρόγραμμα επικοινωνίας. Η ρύθμιση εξαρτάται από τα πραγματικά δεδομένα και το συμφέρον του τέκνου.

6.Τι πρέπει να προβλέπει μια σωστά διατυπωμένη δικαστική απόφαση επικοινωνίας;

Μια αποτελεσματική ρύθμιση δεν αρκεί να αναφέρει γενικά ότι ο γονέας δικαιούται να επικοινωνεί με το παιδί του. Πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να αποσαφηνίζει τον τρόπο εφαρμογής της. Ειδικότερα, είναι χρήσιμο να προσδιορίζονται:

  1. Οι ημέρες και οι ώρες επικοινωνίας, με σαφή αναφορά στην έναρξη και τη λήξη.
  2. Ο τόπος παραλαβής και παράδοσης του παιδιού.
  3. Η κατανομή των μετακινήσεων, ιδίως όταν οι κατοικίες βρίσκονται σε διαφορετικές πόλεις.
  4. Οι διανυκτερεύσεις, εφόσον προβλέπονται.
  5. Οι σχολικές διακοπές, οι εορτές και το καλοκαίρι, με συγκεκριμένη κατανομή.
  6. Η τηλεφωνική ή διαδικτυακή επικοινωνία, όταν χρειάζεται να διατηρείται τακτική επαφή από απόσταση.
  7. Η διαδικασία ενημέρωσης για έκτακτα κωλύματα, χωρίς να καταλείπεται αδικαιολόγητα αόριστη η υποχρέωση συμμόρφωσης.
  8. Τυχόν ειδικοί όροι, εφόσον δικαιολογούνται από τις περιστάσεις. Όσο πιο σαφής είναι η απόφαση, τόσο ευκολότερο είναι να διαπιστωθεί αν υπήρξε πράγματι παραβίαση και να αποδειχθούν τα περιστατικά ενώπιον των αρμόδιων αρχών.

7.Παραβίαση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας:

Τι προβλέπει ο νόμος;

7.1. Το άρθρο 169Α Ποινικού Κώδικα:

Άρθρο 169Α – Ποινικός Κώδικας (Νόμος 4619/2019)

Το άρθρο 169Α ΠΚ προβλέπει ποινικές συνέπειες για τη μη συμμόρφωση σε ορισμένες δικαστικές αποφάσεις και προσωρινές διαταγές, μεταξύ άλλων εκείνες που αφορούν την άσκηση της γονικής μέριμνας και την επικοινωνία με το τέκνο. Η διάταξη προβλέπει ποινή φυλάκισης έως τρία έτη ή χρηματική ποινή, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις.

Η εφαρμογή της δεν εξαρτάται απλώς από το αν ένας γονέας θεωρεί ότι αδικήθηκε. Πρέπει να εξεταστούν το ακριβές περιεχόμενο της ρύθμισης, η συμπεριφορά που αποδίδεται στον υπόχρεο και τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος, συμπεριλαμβανομένου του απαιτούμενου δόλου.

Η προσωρινή διαταγή δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως νομικά αδιάφορη. Η μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή που αφορά την επικοινωνία μπορεί να υπαχθεί στο άρθρο 169Α ΠΚ.

7.2. Νομολογιακή προσέγγιση:

Από τη νομολογιακή προσέγγιση προκύπτει ότι απαιτείται να συντρέχουν τα στοιχεία της συγκεκριμένης ποινικής διάταξης και να αποδεικνύεται η απαιτούμενη υπαίτια συμπεριφορά. Δεν πρέπει να θεωρείται κανόνας ότι κάθε διαφωνία για την ώρα παραλαβής ή κάθε περιστατικό που δεν ολοκληρώθηκε όπως αναμενόταν οδηγεί αυτομάτως σε καταδίκη. Απαιτείται αξιολόγηση των συγκεκριμένων περιστατικών και των αποδεικτικών στοιχείων.

8.Άρθρο 950 ΚΠολΔ:

Χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση:

8.1. Πώς προστατεύεται η επικοινωνία με μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης;

Το άρθρο 950 παρ. 2 ΚΠολΔ προβλέπει ότι, αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 947 ΚΠολΔ.

Η ρύθμιση αυτή αφορά τον μηχανισμό πολιτικής εκτέλεσης και διακρίνεται από την ποινική διαδικασία του άρθρου 169Α ΠΚ. Για την αξιοποίηση των μέτρων αυτών έχει ιδιαίτερη σημασία το περιεχόμενο του διατακτικού της απόφασης. Πρέπει να εξετάζεται αν προβλέπονται οι κατάλληλες κυρώσεις και αν πληρούνται οι δικονομικές προϋποθέσεις για την ενεργοποίησή τους.

8.2. Τι γίνεται όταν η απόφαση δεν τηρείται επανειλημμένα;

Αν ο ένας γονέας ματαιώνει επανειλημμένα την επικοινωνία ή αρνείται να παραδώσει το παιδί σύμφωνα με τη δικαστική ρύθμιση, ο δικαιούχος γονέας μπορεί να εξετάσει περισσότερες από μία νομικές ενέργειες.

Ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να απαιτείται:

– Συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων για τις συγκεκριμένες παραβάσεις.

– Εξέταση της δυνατότητας εκτέλεσης της απόφασης κατά το άρθρο 950 ΚΠολΔ.

– Υποβολή καταγγελίας ή μήνυσης για ενδεχόμενη παραβίαση του άρθρου 169Α ΠΚ.

– Αίτημα μεταρρύθμισης της επικοινωνίας, όταν η υφιστάμενη ρύθμιση δεν λειτουργεί ή έχουν αλλάξει ουσιωδώς οι περιστάσεις. Οι ενέργειες αυτές δεν είναι ταυτόσημες και δεν υποκαθιστά η μία αυτομάτως την άλλη.

9.Κλήση της αστυνομίας και αυτόφωρη διαδικασία για παραβίαση επικοινωνίας:

9.1. Μπορεί ο γονέας να καλέσει την αστυνομία όταν δεν παραδίδεται το παιδί;

Όταν ένας γονέας προσέρχεται στον συμφωνημένο ή δικαστικά καθορισμένο τόπο και χρόνο για να παραλάβει το παιδί, αλλά ο άλλος γονέας αρνείται να συμμορφωθεί, μπορεί να απευθυνθεί στην αστυνομία και να αναφέρει το περιστατικό.

Είναι χρήσιμο να έχει μαζί του:

– Αντίγραφο της δικαστικής απόφασης ή της προσωρινής διαταγής.

– Τα στοιχεία που αποδεικνύουν την ισχύουσα ρύθμιση.

– Μηνύματα ή άλλη επικοινωνία που αποδεικνύει ότι ο άλλος γονέας γνώριζε το πρόγραμμα.

– Στοιχεία για την ώρα άφιξης και την άρνηση παράδοσης του παιδιού.

– Τυχόν προηγούμενα περιστατικά που συνδέονται με την ίδια συμπεριφορά.

Ο γονέας μπορεί να ζητήσει να καταγραφεί το περιστατικό και να ενημερωθεί για τη δυνατότητα υποβολής μήνυσης ή άλλης νόμιμης ενέργειας. Η αστυνομία δεν υποκαθιστά το πολιτικό δικαστήριο ούτε μπορεί να επιλύσει επί τόπου κάθε διαφωνία σχετικά με την ερμηνεία μιας απόφασης. Η ακριβής αντίδραση των αρχών εξαρτάται από τα πραγματικά περιστατικά, τη νομική βάση και τις αρμοδιότητές τους.

9.2. Είναι αυτόφωρο κάθε παραβίαση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας;

Όχι αυτομάτως. Η ύπαρξη δικαστικής απόφασης και η καταγγελία ότι αυτή παραβιάστηκε δεν συνεπάγονται από μόνες τους ότι σε κάθε περίπτωση θα ακολουθήσει σύλληψη στο πλαίσιο του αυτοφώρου.

Για την εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας πρέπει να συντρέχουν οι σχετικές προϋποθέσεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, ιδίως ως προς τον χαρακτήρα του αδικήματος και τον χρόνο τέλεσής του. Παράλληλα, πρέπει να υπάρχουν επαρκή πραγματικά στοιχεία για την αποδιδόμενη πράξη.

Συνεπώς, η κλήση της αστυνομίας μπορεί να είναι σημαντική για την άμεση καταγραφή και διερεύνηση του περιστατικού, αλλά δεν εγγυάται από μόνη της σύλληψη ή άμεση ποινική καταδίκη.

Όταν υπάρχει ενεργό περιστατικό, ο ενδιαφερόμενος γονέας πρέπει να επικοινωνήσει εγκαίρως με την αστυνομία και να ζητήσει οδηγίες για τις νόμιμες ενέργειες που μπορούν να γίνουν εκείνη τη στιγμή.

9.3. Τι πρέπει να κάνει ο γονέας όταν ο άλλος δεν τηρεί το ωράριο;

Αν η απόφαση προβλέπει, για παράδειγμα, παραλαβή του παιδιού στις 18:00 και ο άλλος γονέας αρνείται να το παραδώσει, είναι σημαντικό να καταγραφούν με ακρίβεια τα γεγονότα. Ο γονέας που δικαιούται την επικοινωνία πρέπει να αποφεύγει τις εντάσεις μπροστά στο παιδί και να μην επιχειρεί να επιβάλει με τη βία την παράδοση ή την παραλαβή.

Μπορεί να αποστείλει ψύχραιμο γραπτό μήνυμα, στο οποίο θα αναφέρει ότι προσήλθε στον προβλεπόμενο τόπο και χρόνο, ότι παραμένει διαθέσιμος για την επικοινωνία και ότι ζητεί να τηρηθεί η δικαστική ρύθμιση. Εφόσον το περιστατικό συνεχίζεται, μπορεί να ζητήσει τη συνδρομή της αστυνομίας και να ενημερώσει τον δικηγόρο του για τις επόμενες ενέργειες. Η απλή καταγραφή ενός περιστατικού δεν ισοδυναμεί με δικαστική διαπίστωση της παράβασης, αποτελεί όμως ενδεχομένως χρήσιμο αποδεικτικό στοιχείο, μαζί με τα υπόλοιπα δεδομένα.

9.4. Τι γίνεται αν το παιδί αρνείται να επικοινωνήσει;

Η άρνηση του παιδιού χρειάζεται ιδιαίτερη προσοχή. Δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται αυτομάτως ως απόδειξη ότι ο γονέας που διαμένει μαζί του παραβίασε τη δικαστική απόφαση, αλλά ούτε και να χρησιμοποιείται χωρίς περαιτέρω εξέταση ως λόγος ματαίωσης κάθε επικοινωνίας.

Πρέπει να εξετάζονται η ηλικία και η ωριμότητα του παιδιού, οι λόγοι της άρνησης, η συμπεριφορά των γονέων και τυχόν ζητήματα ασφάλειας ή ψυχικής υγείας. Ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί έχει υποχρέωση να διευκολύνει και να προωθεί την επικοινωνία, σύμφωνα με το άρθρο 1520 ΑΚ.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι πρέπει να αγνοούνται πραγματικοί κίνδυνοι ή σοβαρές ανάγκες προστασίας του παιδιού. Αν η άρνηση είναι συστηματική ή υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι η υφιστάμενη ρύθμιση δεν εξυπηρετεί πλέον το συμφέρον του τέκνου, χρειάζεται εξατομικευμένη νομική αξιολόγηση και, όπου απαιτείται, δικαστική παρέμβαση.

10.Τι πρέπει να κάνει ο γονέας όταν δεν μπορεί να ασκήσει την επικοινωνία στην καθορισμένη ώρα;

Η υποχρέωση συνεργασίας αφορά και τον γονέα που δικαιούται την επικοινωνία. Αν δεν μπορεί να προσέλθει εγκαίρως ή γνωρίζει ότι δεν θα μπορέσει να ασκήσει την επικοινωνία, πρέπει να ενημερώσει τον άλλο γονέα το συντομότερο δυνατό. Η ενημέρωση πρέπει να γίνεται κατά τρόπο που να επιτρέπει την απόδειξη του χρόνου και του περιεχομένου της, ιδίως όταν έχουν προηγηθεί διαφωνίες.

10.1. Πώς πρέπει να γίνεται η έγκαιρη ενημέρωση;

Η ασφαλέστερη πρακτική είναι η γραπτή ενημέρωση, με σαφή αναφορά:

– Στην ημερομηνία και ώρα της επικοινωνίας που επηρεάζεται.

– Στον συγκεκριμένο λόγο αδυναμίας προσέλευσης, χωρίς περιττές αντιπαραθέσεις.

– Στον χρόνο κατά τον οποίο έγινε γνωστό το κώλυμα.

– Στην πρόταση για εναλλακτική ημερομηνία, εφόσον είναι εφικτή.

– Στην ανάγκη διατήρησης της επικοινωνίας με το παιδί. Δεν υπάρχει γενικός κανόνας ότι κάθε καθυστέρηση ή κάθε έκτακτο κώλυμα αποτελεί αυτομάτως παραβίαση. Η αξιολόγηση εξαρτάται από τις συνθήκες, τη συχνότητα, τη σοβαρότητα και το περιεχόμενο της δικαστικής ρύθμισης.

10.2. Τι γίνεται όταν ο γονέας καθυστερεί συστηματικά;

Οι επαναλαμβανόμενες καθυστερήσεις, οι ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής ή η μη προσέλευση χωρίς ενημέρωση μπορεί να προκαλούν αναστάτωση στο παιδί και να δυσχεραίνουν την ομαλή άσκηση της επικοινωνίας.

Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι σκόπιμο να τηρείται αρχείο των περιστατικών και να εξετάζεται αν χρειάζεται τροποποίηση του προγράμματος. Η επικοινωνία πρέπει να είναι ουσιαστική και σταθερή. Δεν εξυπηρετεί το συμφέρον του παιδιού ένα πρόγραμμα που στην πράξη ακυρώνεται διαρκώς ή εξαρτάται από απρόβλεπτες μονομερείς αποφάσεις.

10.3. Αναπλήρωση επικοινωνίας που δεν πραγματοποιήθηκε:

Η αναπλήρωση μιας επικοινωνίας που ματαιώθηκε δεν πρέπει να θεωρείται πάντοτε αυτονόητη ούτε να επιβάλλεται μονομερώς, ανεξάρτητα από το περιεχόμενο της απόφασης. Οι γονείς μπορούν να συμφωνήσουν σε εναλλακτική ημερομηνία, εφόσον αυτό είναι συμβατό με τη δικαστική ρύθμιση και εξυπηρετεί το παιδί. Αν δεν υπάρχει συμφωνία και το πρόβλημα επαναλαμβάνεται, μπορεί να απαιτείται δικαστική παρέμβαση.

11.Συχνές ερωτήσεις για την επικοινωνία γονέα με τέκνο:

Μπορεί ο γονέας να αρνηθεί την επικοινωνία επειδή ο άλλος καθυστέρησε;

Δεν υπάρχει ενιαίος κανόνας που να δικαιολογεί κάθε άρνηση ή κάθε ακύρωση. Πρέπει να εξετάζονται το περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης, η διάρκεια της καθυστέρησης, οι περιστάσεις και το συμφέρον του παιδιού. Η μονομερής μεταβολή της δικαστικής ρύθμισης μπορεί να δημιουργήσει πρόσθετα νομικά προβλήματα.

Μπορώ να καλέσω την αστυνομία αν ο άλλος γονέας δεν παραδίδει το παιδί;

Ναι, μπορείτε να αναφέρετε το περιστατικό και να ζητήσετε την καταγραφή του και την καθοδήγηση των αρμόδιων αρχών. Η κλήση δεν συνεπάγεται αυτομάτως σύλληψη ή άμεση παράδοση του παιδιού. Η αντίδραση εξαρτάται από τις περιστάσεις και τις εφαρμοστέες διατάξεις.

Η παραβίαση δικαστικής απόφασης επικοινωνίας οδηγεί πάντοτε στο αυτόφωρο;

Όχι. Η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας εξαρτάται από τις νόμιμες προϋποθέσεις και τα πραγματικά στοιχεία του περιστατικού. Η ποινική ευθύνη πρέπει να αξιολογείται αυτοτελώς σύμφωνα με το άρθρο 169Α ΠΚ.

Ισχύει η προσωρινή διαταγή για την επικοινωνία;

Η προσωρινή διαταγή πρέπει να τηρείται σύμφωνα με το περιεχόμενό της. Η μη συμμόρφωση σε προσωρινή διαταγή που αφορά την επικοινωνία μπορεί να έχει νομικές συνέπειες, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του εφαρμοστέου νόμου.

Μπορεί να αλλάξει το πρόγραμμα επικοινωνίας λόγω εργασίας;

Ναι, μπορεί να ζητηθεί νέα ρύθμιση όταν οι συνθήκες εργασίας καθιστούν το υφιστάμενο πρόγραμμα ουσιωδώς δυσλειτουργικό. Η αλλαγή δεν επέρχεται αυτομάτως. Χρειάζεται κατάλληλη συμφωνία ή δικαστική απόφαση, ανάλογα με την περίπτωση.

Η συνεπιμέλεια σημαίνει ότι το παιδί θα μένει μισό χρόνο με κάθε γονέα;

Όχι. Η από κοινού άσκηση της γονικής μέριμνας δεν συνεπάγεται αυτομάτως ισόχρονη διαμονή. Το πρόγραμμα καθορίζεται με βάση τις ανάγκες του παιδιού και τις πραγματικές συνθήκες της οικογένειας.

Τι γίνεται αν ο γονέας κατοικεί στο εξωτερικό;

Η επικοινωνία μπορεί να ρυθμιστεί με μεγαλύτερα διαστήματα φυσικής επαφής κατά τις διακοπές και με τακτική τηλεφωνική ή διαδικτυακή επικοινωνία. Η κατάλληλη λύση εξαρτάται από την ηλικία του παιδιού, τις αποστάσεις, το σχολικό πρόγραμμα και το συνολικό συμφέρον του.

12.Συμπέρασμα:

Η επικοινωνία γονέα με τέκνο είναι ένα σύνθετο ζήτημα οικογενειακού δικαίου, το οποίο απαιτεί ισορροπία μεταξύ της διατήρησης της σχέσης του παιδιού με αμφότερους τους γονείς και της προστασίας της σταθερότητας της καθημερινότητάς του. Η κατοικία σε διαφορετική πόλη ή χώρα, το απαιτητικό ωράριο εργασίας και η συνεπιμέλεια δεν οδηγούν αυτομάτως σε συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

Κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται εξατομικευμένα, με βάση το άρθρο 1520 ΑΚ, τις λοιπές εφαρμοστέες διατάξεις και τα πραγματικά δεδομένα της οικογένειας.

Παράλληλα, η συστηματική παρεμπόδιση της επικοινωνίας ή η μη συμμόρφωση σε δικαστική απόφαση ή προσωρινή διαταγή μπορεί να δημιουργήσει αστικές και ποινικές συνέπειες. Το άρθρο 950 ΚΠολΔ και το άρθρο 169Α ΠΚ προβλέπουν διαφορετικούς μηχανισμούς προστασίας, οι οποίοι πρέπει να αξιολογούνται σύμφωνα με τις προϋποθέσεις τους.

Η κλήση της αστυνομίας δεν συνεπάγεται αυτομάτως εφαρμογή του αυτοφώρου, αλλά μπορεί να αποτελέσει μέρος της νόμιμης αντίδρασης σε ένα περιστατικό παραβίασης. Η σαφής δικαστική ρύθμιση, η έγκαιρη ενημέρωση, η διατήρηση αποδεικτικών στοιχείων και η αποφυγή συγκρούσεων μπροστά στο παιδί συμβάλλουν στην αποτελεσματικότερη προστασία του δικαιώματος επικοινωνίας.

Για την αξιολόγηση μιας συγκεκριμένης υπόθεσης επικοινωνίας, είναι σημαντικό να εξετάζονται το ακριβές περιεχόμενο της δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής, το ιστορικό των περιστατικών και τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Απευθυνθείτε τώρα στο δικηγορικό γραφείο TPV LAW στα τηλέφωνα 2130313912, 2114029293 και στο email: info@tpvlaw.gr και τους εξειδικευμένους στο οικογενειακό δίκαιο δικηγόρους μας, για να λάβετε έγκυρη ενημέρωση γύρω από το ζήτημα επικοινωνίας σας με το ανήλικο τέκνο σας, όπως αυτό ανακύπτει σε περίπτωση διάστασης ή διαζυγίου.

Δείτε εδώ απόφαση του γραφείου μας για συνεπιμέλεια γονέων:

https://tpvlaw.gr/portfolio/synepimeleia-n-4800-2021-dekti-apofasi/

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

 

 

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

δικηγορικό γραφείο tpv law-ποινικό δίκαιο

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Related Posts

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.