Ιατρική Αμέλεια και Αποζημίωση: Ο Απόλυτος Οδηγός (Διαδικασία, Αποδείξεις, Προθεσμίες)- α. 914, 57, 932 Α.Κ.

Ένα ιατρικό λάθος μπορεί να αλλάξει τη ζωή σας σε μια στιγμή. Αν αναρωτιέστε πώς στοιχειοθετείται η ιατρική αμέλεια στην Ελλάδα, ποια είναι τα δικαιώματά σας και ποιες προθεσμίες πρέπει να προλάβετε για να διεκδικήσετε αποζημίωση, ο οδηγός της δικηγορικής εταιρείας Tpv Law σας δίνει όλες τις απαντήσεις βάσει της νομοθεσίας και της πρόσφατης νομολογίας.

Τι είναι η ιατρική αμέλεια και πώς στοιχειοθετείται νομικά;

Όταν ένας ασθενής αντιμετωπίζει μια απρόσμενη επιπλοκή, το πρώτο πράγμα που αναζητά είναι αν αυτή οφείλεται σε κακή τύχη ή σε ιατρικό σφάλμα. Νομικά, η ιατρική ευθύνη έχει ως βάση την αδικοπραξία.

Η νομική βάση: Άρθρα 914 και 330 του Αστικού Κώδικα (ΑΚ)

Για να θεμελιωθεί αξίωση αποζημίωσης στα ελληνικά δικαστήρια, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις σύμφωνα με το άρθρο 914 ΑΚ:

  1. Παράνομη συμπεριφορά: Πράξη ή παράλειψη του γιατρού που παραβιάζει τους κοινώς αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης (leges artis).
  2. Υπαιτιότητα (Αμέλεια): Όπως ορίζει το άρθρο 330 ΑΚ, αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές. Για τον γιατρό, αυτή κρίνεται με γνώμονα τη συμπεριφορά ενός μέσου, επιμελούς και ευσυνείδητου επιστήμονα της ίδιας ειδικότητας.
  3. Αιτιώδης συνάφεια: Πρέπει να αποδειχθεί ότι η βλάβη της υγείας ή ο θάνατος προκλήθηκε άμεσα από το ιατρικό λάθος και όχι από την προϋπάρχουσα νόσο του ασθενούς (άρθρα 297, 298 ΑΚ).

Άρθρο 914 – Αστικός Κώδικας – Έννοια | Νομοθεσία

Ειδικότερα: Αμέλεια, ως μορφή υπαιτιότητας, υφίσταται όταν, εξαιτίας της παράλειψης του δράστη να καταβάλει την επιμέλεια που αν κατέβαλε, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς εκπροσώπου του κύκλου δραστηριότητάς του, θα ήταν δυνατή η αποτροπή του ζημιογόνου αποτελέσματος, αυτός (δράστης) είτε δεν προέβλεψε την επέλευση του αποτελέσματος, είτε προέβλεψε μεν το ενδεχόμενο επέλευσής του, ήλπισε όμως ότι δεν θα επερχόταν.

Αιτιώδης σύνδεσμος συντρέχει όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 KΠολΔ), η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (άρθρο 298 Α.Κ.), ήταν επαρκής αντικειμενικά, δηλαδή ικανή (πρόσφορη) να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 8/2004), το οποίο και πραγματικά επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 55/2023, ΑΠ 2087/2022, ΑΠ 1351/2022, ΑΠ 1207/2022, ΑΠ 832/2022, ΑΠ 293/2022, ΑΠ 268/2021).

Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και όχι εκ των υστέρων, ενώ δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 55/2023).

Καθοριστικής σημασίας θεωρείται το κριτήριο της προβλεψιμότητας της ζημίας από τον μέσο, λογικό, ευσυνείδητο και επιμελή άνθρωπο, με βάση τα δεδομένα που είχε υπόψη του κατά το χρόνο εκδήλωσης της ζημιογόνου συμπεριφοράς (αντικειμενική εκ των προτέρων πρόγνωση) και όχι εκ των υστέρων, με βάση στοιχεία που εμφανίζονται μετά την επέλευση της ζημίας (ΑΠ 1024/2022).

Η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών θεμελιώνει και την αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού για ζημία που προκαλείται από αυτόν κατά την παροχή των (ιατρικών) υπηρεσιών του.

Τι αναφέρει σχετικά ο Κώδικας άσκησης ιατρικού επαγγέλματος;

Ειδικότερα, κατά το άρθρο 24 του α.ν. 1565/1939 “περί Κώδικος ασκήσεως του ιατρικού επαγγέλματος” που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 47 ΕισΝΑΚ και ίσχυε, πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 341 του νόμου 4512/2018:

“Ο ιατρός οφείλει να παρέχη μετά ζήλου ευσυνειδησίας και αφοσιώσεως την ιατρικήν αυτού συνδρομήν, συμφώνως προς τας θεμελιώδεις αρχάς της ιατρικής επιστήμης, και της κτηθείσης πείρας, τηρών τας ισχυούσας διατάξεις περί διαφυλάξεως των ασθενών και προστασίας των υγειών”.

A.N.1565-1939

Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες που προαναφέρθηκαν, προκύπτει ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη ο ασθενής πελάτης του από κάθε αμέλειά του, ακόμη και ελαφρά, εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωση επιμέλειας που τον βαρύνει, να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης και η ενέργειά του δεν ήταν σύμφωνη με το αντικειμενικά επιβαλλόμενο καθήκον επιμέλειας, με συνέπεια να επέλθει το ανεπιθύμητο αποτέλεσμα.

Δηλαδή, θα πρέπει να μην καταβλήθηκε από τον ιατρό η επιβαλλόμενη κατ` αντικειμενική κρίση προσοχή και επιμέλεια, την οποία ο μέσος εκπρόσωπος του κύκλου του (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021) θα μπορούσε και όφειλε να καταβάλει κάτω από τις ίδιες πραγματικές περιστάσεις και συγχρόνως να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της ιατρικής πράξης ή παράλειψης και του αξιόποινου μη επιδιωκόμενου αποτελέσματος.

Κατ` εφαρμογή των προαναφερομένων, στο χώρο της ιατρικής ευθύνης γίνεται κάθε φορά αναγωγή στην ειδικότητα του ιατρού για την ανεύρεση του προτύπου επιμέλειας, το οποίο σχηματίζεται από τα, κατά κοινή συνείδηση και αντικειμενική κρίση, δεοντολογικώς κρατούντα σε ορισμένη ειδικότητα ιατρού (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 74/2024).

Τα όρια του κριτηρίου αυτού αναδεικνύονται σε περιπτώσεις όπου η επιβαλλόμενη επιμέλεια του ιατρού της οικείας ειδικότητας τηρείται, αλλά η ζημία θα μπορούσε να είχε αποφευχθεί με την τήρηση μεγαλύτερης (εξιδιασμένης) επιμέλειας (ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020).

 Έτσι, αν, στο πλαίσιο μιας ιατρικής πράξης, παραβιαστούν οι κανόνες και αρχές της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας ή (και) οι υποχρεώσεις επιμέλειας που απορρέουν από το γενικό καθήκον, του μέσου συνετού ιατρού της ειδικότητας του ζημιώσαντος, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και, συγχρόνως, υπαίτια (ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 864/2020).

Και οι δύο αυτές προϋποθέσεις (παρανομία και υπαιτιότητα) συντρέχουν ταυτοχρόνως, με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (διπλή λειτουργία της αμέλειας) (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 693/2020).

Αντιθέτως, καμία ευθύνη δεν φέρει ο ιατρός, αν ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες αυτούς (lege artis), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε, υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και έχοντας στη διάθεσή του τα ίδια μέσα, ένας μέσος, συνετός και επιμελής ιατρός (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 693/2020).

Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί κατά τις διατάξεις αυτές ευθύνη του ιατρού και υποχρέωσή του για αποζημίωση, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη πρόσφορου αντικειμενικού αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της φερόμενης ως παράνομης συμπεριφοράς του ιατρού και της ζημίας που έχει προκληθεί ή και της βλάβης, περιουσιακής ή ηθικής, την οποία ο ασθενής επικαλείται.

Πώς θα αποδείξω το ιατρικό λάθος; Τα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα

Το μεγαλύτερο άγχος των θυμάτων ιατρικής αμέλειας αποτυπώνεται στην αναζήτηση: «Πώς θα βρω το δίκιο μου απέναντι σε έναν γιατρό ή ένα νοσοκομείο;». Το βάρος της απόδειξης πέφτει στον ασθενή, και η επιτυχία της υπόθεσης κρίνεται στις λεπτομέρειες.

Ο ιατρικός φάκελος και το δικαίωμα πρόσβασης (Ν. 3418/2005)

Το πρώτο και σημαντικότερο βήμα είναι η κατάσχεση ή η νόμιμη λήψη αντιγράφων του ιατρικού φακέλου. Βάσει του άρθρου 14 του Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (Ν. 3418/2005), τα νοσοκομεία, οι κλινικές και οι ιδιώτες γιατροί υποχρεούνται να παρέχουν στον ασθενή πλήρη αντίγραφα των ιατρικών του αρχείων (εξετάσεις, ιστορικό, πρακτικό χειρουργείου).

Ν. 3418/2005: Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας

Δικαστική πραγματογνωμοσύνη και ο ρόλος του Τεχνικού Συμβούλου

Επειδή οι δικαστές στερούνται εξειδικευμένων ιατρικών γνώσεων, το δικαστήριο διατάσσει πάντα δικαστική πραγματογνωμοσύνη (άρθρο 368 ΚΠολΔ). Για να μην βρεθείτε προ εκπλήξεων, η διοργάνωση της στρατηγικής σας πρέπει να περιλαμβάνει έναν έμπειρο Τεχνικό Σύμβουλο (ιατρό αντίστοιχης ειδικότητας), ο οποίος θα ελέγξει το πόρισμα του πραγματογνώμονα και θα στηρίξει τις θέσεις σας.

Ιατρική αμέλεια λόγω έλλειψης ενημέρωσης: Τι ισχύει για τη «Συναίνεση» του ασθενούς;

Μια αναζήτηση που κερδίζει συνεχώς έδαφος αφορά τις περιπτώσεις όπου ο γιατρός προχώρησε σε μια πράξη χωρίς να εξηγήσει τους κινδύνους. Ακόμη κι αν η επέμβαση πέτυχε τεχνικά, η παράλειψη ενημέρωσης γεννά δικαίωμα αποζημίωσης.

Η υποχρέωση για «Ενημερωμένη Συναίνεση» (Informed Consent)

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Ν. 3418/2005, ο γιατρός οφείλει να ενημερώσει τον ασθενή με σαφήνεια για την κατάσταση της υγείας του, τις εναλλακτικές λύσεις, τις πιθανές επιπλοκές και το ποσοστό αποτυχίας.

Η θέση του Αρείου Πάγου για το δικαίωμα της αυτοδιάθεσης

Η ελληνική νομολογία  έχει κρίνει επανειλημμένα ότι η διενέργεια ιατρικής πράξης χωρίς την έγκυρη και ελεύθερη συναίνεση του ασθενούς αποτελεί παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του (άρθρο 57 ΑΚ). Ο ασθενής δικαιούται χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς παραβιάστηκε το δικαίωμά του να ορίζει το σώμα του.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 του νόμου 2619/1998, με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των ανθρώπινων δικαιωμάτων και της αξιοπρέπειας του ατόμου σε σχέση με τις εφαρμογές της βιολογίας και της ιατρικής:

 “επέμβαση σε θέματα υγείας μπορεί να υπάρξει μόνον αφού το ενδιαφερόμενο πρόσωπο δώσει την ελεύθερη συναίνεσή του, κατόπιν προηγούμενης σχετικής ενημέρωσής του. Το πρόσωπο αυτό θα ενημερώνεται εκ των προτέρων καταλλήλως ως προς το σκοπό και τη φύση της επέμβασης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Το ενδιαφερόμενο πρόσωπο μπορεί ελεύθερα και οποτεδήποτε να ανακαλέσει τη συναίνεσή του”.

Έτσι, πέραν των προαναφερόμενων υποχρεώσεων του ιατρού προς αποφυγή αμιγώς ιατρογενών σφαλμάτων, κατά την άσκηση οποιασδήποτε φύσης ιατρικής πράξης, υφίσταται υποχρέωσή του να ενημερώνει τον ασθενή ως προς το είδος, τους κινδύνους και τις πιθανότητες αποτυχίας της θεραπείας που επιλέγει και τούτο, προκειμένου ο ασθενής, ενημερωμένος πλέον, να καταλήξει σε έγκυρη συναίνεση ως προς τη διενέργεια της ιατρικής πράξης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ενημέρωση του ασθενούς από τον ιατρό σχετικά με τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των θεραπευτικών μεθόδων και πρακτικών και τους πιθανούς κινδύνους επιπλοκών, συνιστά δικαίωμα αυτού και αντίστοιχη υποχρέωση του ιατρού, ώστε να μπορεί να λαμβάνει ελεύθερα τις αποφάσεις του για την υποβολή του στις μεθόδους και πρακτικές αυτές, ή όχι.

Παραβίαση δε του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, η οποία προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 11 και 12 του νόμου 3418/2005 (Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας) συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς, σε περίπτωση επέλευσης βλάβης στη σωματική και ψυχική υγεία του από επιπλοκές, σχετιζόμενες με την εφαρμογή των προαναφερόμενων θεραπευτικών και ιατρικών μεθόδων και πρακτικών, κατ` εφαρμογή των άρθρων 330 και 914 του Α.Κ. (ΑΠ 74/2024).

Ο ασθενής, όμως, βαρύνεται με την απόδειξη του ισχυρισμού ότι, αν είχε ενημερωθεί επαρκώς, δεν θα είχε υποβληθεί στην ιατρική πράξη που επέφερε τη ζημία, καθώς ο ισχυρισμός αυτός ουσιαστικά εντάσσεται στη στοιχειοθέτηση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των παραλείψεων που αφορούν τη συναίνεση και την ενημέρωση και της ζημίας από την ιατρική πράξη (ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 655/2019).

Περαιτέρω, η αδικοπρακτική ευθύνη του ιατρού, για τη ζημία που προκάλεσε σε ασθενή κατά την παροχή σ` αυτόν των ιατρικών υπηρεσιών του, εμπίπτει και στη ρυθμιστική εμβέλεια του άρθρου 8 του νόμου 2251/1994 για την προστασία των καταναλωτών, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του νόμου 3587/2007 που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι:

“ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή. Ως παρέχων υπηρεσίες νοείται όποιος, στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας παρέχει υπηρεσία, κατά τρόπο ανεξάρτητο” (παρ. 1),

“ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας” (παρ. 3),

“ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης παρανομίας και υπαιτιότητάς του” (παρ. 4 εδ. α),

“για την έλλειψη υπαιτιότητας λαμβάνονται υπόψη η ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια και το σύνολο των ειδικών συνθηκών και ιδίως:

α) η φύση και το αντικείμενο της υπηρεσίας, ιδίως σε σχέση με το βαθμό επικινδυνότητάς της, β) η παρουσίαση και ο τρόπος παροχής της, γ) ο χρόνος παροχής της, δ) η αξία της παρεχόμενης υπηρεσίας, ε) η ελευθερία δράσης που καταλείπεται στον ζημιωθέντα στο πλαίσιο της υπηρεσίας, στ) αν ο ζημιωθείς ανήκει σε κατηγορία μειονεκτούντων ή ευπρόσβλητων προσώπων και ζ) αν η παρεχόμενη υπηρεσία αποτελεί εθελοντική προσφορά του παρέχοντος αυτήν” και

“η ύπαρξη ή η δυνατότητα παροχής τελειότερης υπηρεσίας κατά το χρόνο παροχής της συγκεκριμένης υπηρεσίας ή μεταγενέστερα δεν θεμελιώνει χωρίς άλλο λόγο υπαιτιότητα” (παρ. 5).

Από τη διάταξη του άρθρου αυτού προκύπτει ότι στο πεδίο εφαρμογής του εμπίπτουν και οι ιατρικές υπηρεσίες, διότι ο παρέχων αυτές ιατρός ενεργεί κατά τρόπο ανεξάρτητο, δεν υπόκειται δηλαδή σε συγκεκριμένες υποδείξεις ή οδηγίες του αποδέκτη των υπηρεσιών (ασθενούς), αλλά έχει την πρωτοβουλία και την ευχέρεια να προσδιορίζει τον τρόπο παροχής των υπηρεσιών του.

Ενόψει δε της καθιερούμενης, συναφώς, νόθου αντικειμενικής ευθύνης, με την έννοια της αντιστροφής του βάρους απόδειξης τόσο ως προς την υπαιτιότητα, όσο και ως προς την παρανομία, ο ζημιωθείς φέρει το βάρος να αποδείξει την παροχή των υπηρεσιών, τη ζημία του και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της ζημίας και της εν γένει παροχής των υπηρεσιών, όχι όμως και τη συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη που επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα.

Ο παρέχων τις υπηρεσίες ιατρός, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη, πρέπει να αποδείξει είτε την ανυπαρξία παράνομης και υπαίτιας πράξης του, μεταξύ δε άλλων, ειδικότερα, και ότι προηγήθηκε εκ μέρους του πλήρης ενημέρωση του ασθενούς και συναίνεση αυτού (ΑΠ 1344/2021), είτε τη συνδρομή κάποιου λόγου επαγόμενου την άρση ή τη μείωση της ευθύνης του (ΑΠ 823/2024, ΑΠ 74/2024, ΑΠ 1381/2022, ΑΠ 1344/2021, ΑΠ 1194/2021, ΑΠ 693/2020).

Κατά την ΕφΘες 1194/2024 η διενέργεια ιατρικών πράξεων, ανεξάρτητα εάν αυτές είναι απλές διαγνωστικές ή θεραπευτικές, προϋποθέτει την ελεύθερη συναίνεση του ασθενούς, που πρέπει να δίνεται εκ των προτέρων και αφού ο ασθενής έχει κατάλληλα ενημερωθεί ως προς το σκοπό και τη φύση της ιατρικής πράξης, καθώς και ως προς τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή ενδεχομένως συνεπάγεται.

Η ύπαρξη δηλαδή έγκυρης συναίνεσης του ασθενούς προϋποθέτει την προηγούμενη πλήρη ενημέρωσή του κατά την παραπάνω έννοια από τον ιατρό που πρόκειται να ενεργήσει την ιατρική πράξη, αλλά και απ’ αυτόν που διέγνωσε προηγουμένως την ανάγκη διενέργειας της ιατρικής πράξης και τη συνέστησε στον ασθενή, αφού και στις δυο περιπτώσεις είναι όμοιοι οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για τον ασθενή και οι οποίοι πρέπει να καλυφθούν με τη συναίνεσή του (ΑΠ 424/2012 ΤΝΠ ΑΠ).

Παραβίαση του δικαιώματος αυτού και της αντίστοιχης υποχρέωσης του ιατρού, συνιστά νόμιμο λόγο ευθύνης προς αποζημίωση του ασθενούς κατά τα άρθρα 330 και 914 Α.Κ..  

Πέραν όμως της νόμιμης αυτής βάσης, η αυθαίρετη ιατρική πράξη ενεργοποιεί και την ενδοσυμβατική ευθύνη του ιατρού (330 και 652 Α.Κ.), ανεξάρτητα αν συνιστά παράβαση κύριας ή παρεπόμενης συμβατικής υποχρέωσης, παράλληλα όμως συνιστά και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας (57 Α.Κ.), στην ειδικότερη έκφανσή της του δικαιώματος κάθε προσώπου να αυτοκαθορίζεται σε σχέση με τη σωματική ακεραιότητα και την υγεία του.

Έτσι, υπό το προαναφερθέν πλαίσιο, ο ασθενής έχει αξίωση αποκατάστασης της ζημίας από κάθε βλάβη στο σώμα και στην υγεία του, η οποία συνδέεται αιτιωδώς με την αυθαίρετη ιατρική πράξη, χωρίς να έχει νομική σημασία το γεγονός ότι η πράξη αυτή εκτελέστηκε σύμφωνα με τους κανόνες της ιατρικής (de lege artis).

Η παρανομία της πράξης, όπως ελέχθη, έγκειται στην έλλειψη της συναίνεσης και όχι στην ύπαρξη ιατρικού σφάλματος, οι σχετικές δε ζημίες καταρχήν καλύπτονται τόσο από την προϋπόθεση της ύπαρξης πρόσφορης αιτίας όσο και από τον προστατευτικό σκοπό των κανόνων δικαίου που ιδρύουν την ευθύνη.

Και τούτο διότι οι διατάξεις που επιβάλλουν τη συναίνεση και την ενημέρωση του ασθενούς αποσκοπούν να προστατεύσουν τον ασθενή όχι μόνο από την προσβολή της προσωπικότητάς του, στην ειδικότερη έκφανση της ελευθερίας του να αποφασίζει σχετικά με το σώμα και την υγεία του, αλλά και από τους ίδιους τους κινδύνους για την υγεία του, όταν αυτοί «ενεργοποιούνται» κατά παράβαση ή παράκαμψη της βούλησής του.

Προθεσμίες και Παραγραφή: Πόσο χρόνο έχετε για να κινηθείτε δικαστικά;

Ο χρόνος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός στις υποθέσεις ιατρικού σφάλματος. Αν χάσετε τις προθεσμίες, το δικαίωμά σας παραγράφεται, όσο δίκιο κι αν έχετε.

Η 5ετής παραγραφή για Ιδιωτικές Κλινικές και Ιδιώτες Γιατρούς

Αν το λάθος έγινε σε ιδιωτικό θεραπευτήριο ή ιατρείο, η αστική αξίωση αποζημίωσης παραγράφεται μετά από πέντε (5) έτη από τη στιγμή που ο ασθενής έμαθε τη ζημία και τον υπαίτιο γιατρό (άρθρο 937 ΑΚ).

Η παγίδα της 3ετούς προθεσμίας στα Δημόσια Νοσοκομεία (ΕΣΥ)

Προσοχή: Αν το ιατρικό λάθος έλαβε χώρα σε δημόσιο νοσοκομείο, εφαρμόζονται οι διατάξεις για την αστική ευθύνη του Δημοσίου (άρθρα 105-106 ΕισΝΑΚ). Σε αυτή την περίπτωση, η παραγραφή στα Διοικητικά Δικαστήρια είναι τριετής (3 έτη). Πρόκειται για μια νομική παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί πολίτες, χάνοντας το δικαίωμα της αγωγής.

Ποια δικαστική οδό πρέπει να επιλέξετε;

Ανάλογα με τον στόχο σας, υπάρχουν τρεις διαφορετικοί δρόμοι στη δικαιοσύνη:

  • Αστική Αγωγή (Αποζημίωση): Στοχεύει στην οικονομική αποκατάσταση. Περιλαμβάνει έξοδα νοσηλείας, μελλοντικές θεραπείες, διαφυγόντα κέρδη, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη (ή ψυχική οδύνη των συγγενών σε περίπτωση θανάτου – άρθρα 928-932 ΑΚ).
  • Ποινική Δίωξη: Αφορά την τιμωρία του γιατρού για Σωματική Βλάβη από Αμέλεια (άρθρο 314 ΠΚ) ή Ανθρωποκτονία από Αμέλεια (άρθρο 302 ΠΚ).
  • Πειθαρχική Διαδικασία: Καταγγελία στον οικείο Ιατρικό Σύλλογο για παραβίαση της δεοντολογίας.

Συχνές Ερωτήσεις (FAQs) για την Ιατρική Αμέλεια

Ερώτηση: Αν υπέγραψα το έγγραφο συναίνεσης πριν το χειρουργείο, έχασα το δικαίωμα να ζητήσω αποζημίωση; Απάντηση: Όχι. Η υπογραφή της συναίνεσης σημαίνει ότι αποδεχτήκατε τους συνήθεις και αναμενόμενους κινδύνους της επέμβασης, όχι όμως την αμέλεια, τα λάθη ή τις παραλείψεις του γιατρού κατά τη διάρκειά της.

Ερώτηση: Πόσο διαρκεί μια δικαστική διαμάχη για ιατρικό λάθος; Απάντηση: Λόγω της πολυπλοκότητας και της ανάγκης για πραγματογνωμοσύνες, οι υποθέσεις αυτές μπορεί να διαρκέσουν από 2 έως 5 έτη στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας. Γι’ αυτό η σωστή και γρήγορη προετοιμασία του φακέλου είναι κομβική.

Χρειάζεστε εξειδικευμένη νομική καθοδήγηση;

Οι υποθέσεις ιατρικής αμέλειας απαιτούν λεπτούς χειρισμούς, βαθιά γνώση της νομολογίας και ένα δίκτυο αξιόπιστων ιατρικών συμβούλων. Στο δικηγορικό γραφείο Tpv Law, αξιολογούμε την υπόθεσή σας με υπευθυνότητα και σχεδιάζουμε τη βέλτιστη δικαστική ή εξώδικη στρατηγική για τη δικαίωσή σας.

Επικοινωνήστε μαζί μας σήμερα για μια πρώτη αξιολόγηση της υπόθεσής σας.

Επικοινωνήστε στα τηλ. 2130313912, 2114029293 και στο email: info@tpvlaw.gr.

Σημειώνεται ότι βάσει του α. 82 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) δεν επιτρέπεται στον δικηγόρο να παρέχει τις υπηρεσίες του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Απαντήσεις σε ερωτήματα νομικής φύσης παρέχονται μόνο κατόπιν ραντεβού.

TPV Law

Τομείς Εξειδίκευσης

tpv law

Αστικό Δίκαιο

Στο Αστικό Δίκαιο, παρέχουμε στους εντολείς μας την καλύτερη δυνατή νομική υποστήριξη. Σε κάθε κλάδο του αστικού δικαίου, χειριζόμαστε την υπόθεση σας με ειλικρίνεια και αξιοπιστία, αναλύοντας τα πραγματικά περιστατικά.

tpv law

Εργατικό Δίκαιο

Διαθέτουμε μακροχρόνια εμπειρία σε εργατικές διαφορές μεταξύ εργαζομένων και εργοδότη (Μη καταβολή δεδουλευμένων, Διαπραγμάτευση Συλλογικών Συμβάσεων, Νομική εκπροσώπηση εργαζομένου ή εργοδότη, κ.α)

tpv law

Συνταξιοδοτικό Δίκαιο

Το δικηγορικό μας γραφείο διαθέτει νομικούς με μεγάλη εμπειρία και πιστοποίηση στον τομέα της απονομής συντάξεων του e- Efka, καθώς αναλαμβάνει και διεκπεραιώνει σε καθημερινή βάση μεγάλο όγκο συνταξιοδοτικών υποθέσεων.

δικηγορικό γραφείο tpv law-ποινικό δίκαιο

Ποινικό Δίκαιο

Διαθέτοντας μακροχρόνια εμπειρία αναλαμβάνουμε την υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή την υποστήριξη της κατηγορίας από τον παθόντα σε οποιοδήποτε ποινικό δικαστήριο, καθώς και συντάσσουμε μηνύσεις, απολογητικά υπομνήματα ή έγγραφες εξηγήσεις, αιτήσεις ενώπιον δικαστικών συμβουλίων και εισαγγελικών αρχών.

tpv law

Κτηματολογικό Δίκαιο – Δίκαιο Ακινήτων

Στο δικηγορικό μας γραφείο διαθέτουμε εμπειρία και πιστοποίηση στο χειρισμό ευρείας γκάμας κτηματολογικών υποθέσεων (Αγωγές κυριότητας, Έλεγχοι τίτλων- συμβόλαια αγοραπωλησίας, Ενστάσεις ενώπιον Κτηματολογίου κ.α)

tpv law

Εμπορικό Δίκαιο

Στο εμπορικό δίκαιο ρυθμίζουμε τις συναλλαγές μεταξύ επιχειρήσεων και ιδιωτών, ασχολούμαστε με το εταιρικό δίκαιο, τις συμβάσεις, τα πνευματικά δικαιώματα, τη χρεοκοπία και την εμπορική διαμεσολάβηση, τις κατοχυρώσεις σημάτων & ευρεσιτεχνιών κ.α

Related Posts

TPV Law

Το δικηγορικό μας γραφείο παρέχει εξειδικευμένες νομικές υπηρεσίες που απευθύνονται σε ιδιώτες, επιχειρήσεις ή οργανισμούς, καλύπτοντας τομείς όπως το αστικό δίκαιο, το εμπορικό, το εργατικό δίκαιο, το διοικητικό δίκαιο, το φορολογικό δίκαιο και άλλες νομικές υποθέσεις.